Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φωλητήρ

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: φωλητήρ Medium diacritics: φωλητήρ Low diacritics: φωλητήρ Capitals: ΦΩΛΗΤΗΡ
Transliteration A: phōlētḗr Transliteration B: phōlētēr Transliteration C: folitir Beta Code: fwlhth/r

English (LSJ)

ῆρος, ὁ,

   A one who lurks in a hole or keeps in one place, Hsch.

German (Pape)

[Seite 1321] ῆρος, ὁ, der in der Höhle steckt, übh. der sich an einem Orte aufhält, Hesych.

Greek (Liddell-Scott)

φωλητήρ: ῆρος, ὁ, «ὁ ἐν τῷ αὐτῷ καθιζόμενος ἀεὶ» Ἡσύχ. ― φωλητήριον, τό, τόπος μυστικῆς συναθροίσεως, «ἰδίως δὲ τοὺς τῶν θιασωτῶν οἴκους φωλητήρια ὠνόμαζον» Πολυδ. Ϛ΄ 8, Ἡσύχ.

Greek Monolingual

-ῆρος, ὁ, Α
(κατά τον Ησύχ.) αυτός που παραμένει κρυμμένος μέσα σε φωλιά ή αυτός που διαμένει σε έναν τόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < φωλῶ + κατάλ. -τήρ].