Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φωσφόρος

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: φωσφόρος Medium diacritics: φωσφόρος Low diacritics: φωσφόρος Capitals: ΦΩΣΦΟΡΟΣ
Transliteration A: phōsphóros Transliteration B: phōsphoros Transliteration C: fosforos Beta Code: fw/sforos

English (LSJ)

(parox.), ον, poet. φαοσφόρος Lyr.Adesp. in PLit.Lond.51.5, φαεσφόρος Call.Dian.204, etc.:—

   A bringing or giving light, Ἕως E.Ion1157; φ. ἀστήρ, of Dionysus at the mysteries, Ar.Ra.342 (lyr.); φ. πεῦκαι Id.Fr.599; αἴγλη, Ἦμαρ, Orph.A.1246, Εὐχή 24.    b Subst., ὁ φ. (sc. ἀστήρ), the light-bringer, i.e. the morning-star, a name specially given to the planet Venus, Ti.Locr.96e,97a, Arist.Mu.392a27, 399a8, Cic.ND2.20.53, Ph.1.504, cf. Alex.Eph. ap. Theo Sm. p.138H.    2 of the eye, φ. ὄμματα Pl. Ti.45b; φ. κόραι, of the Cyclops, E.Cyc.611 (lyr.).    b name of an eye-salve, Gal.12.747.    II torch-bearing, epith. of certain deities, esp. of Hecate, E.Hel.569, Ar.Th.858, Fr.594a; φ. θεά (sc. Ἄρτεμις) E.IT21, cf. Call.l.c.; νὴ τὴν Φωσφόρον Ar.Lys.443, Antiph. 58.6; of Hephaestus, Orph.H.66.3: pl., ἱερεὺς Φωσφόρων Hesperia 4.49 (Athens, ii A. D.).    III φωσφόρος, ἡ, torch-bearer, title of a priestess, Κλεοπάτρας θεᾶς PRein.10.8, etc. (ii B. C.).

German (Pape)

[Seite 1323] Licht tragend od. bringend, fackeltragend; θεά Eur. I. T. 21; Ἑκάτη Mel. 575, wie Ar. Th. 858; Artemis Lys. 443. – Als subst. ὁ φωσφόρος, auch mit ἀστήρ, der Morgenstern, der das Tageslicht bringt, lucifer, Ar. Ran. 345, Tim. Locr. 96 e; Ἕως Eur. Ion 1157.

Greek (Liddell-Scott)

φωσφόρος: -ον, ὁ φέρων φῶς, Ἕως Εὐρ. Ἴων 1157· φ. ἀστήρ, ἐπὶ τοῦ Διονύσου ἐν τοῖς μυστηρίοις, Ἀριστοφ. Βάτρ. 342 φ. πεῦκαι ὁ αὐτ. ἐν Ἀποσπ. 494 συχν. ἐν τοῖς Ὀρφ.· ― ὡς οὐσιαστ. ὁ φωσφόρος (ἐξυπακ. ἀστήρ), ὁ φέρων τὸ φῶς, Λατ. Lucifer, ὁ ἑωσφόρος ἢ «αὐγερινός», ὄνομα διδόμενον ἰδίως εἰς τὸν πλανήτην τὴν Ἀφροδίτην, Τίμ. Λοκρ. 96Ε, 97Α, Φίλων 1. 504, Κικ. Ν. D. 2. 20, πρβλ. Ἀριστ. περὶ Κόσμου 2. 9., 6. 18· πρβλ. φαεσφόρος, ἑωσφόρος, ἕσπερος· ― οἱ ἑπτὰ φωσφόροι Κλήμ. Ἀλ. 666. 2) ἐπὶ τοῦ ὀφθαλμοῦ, Πλάτ. Τίμ. 45Β· πυρὶ γὰρ τάχα φωσφόρους ὀλεῖ κόρας, περὶ τοῦ Κύκλωπος, Εὐρ. Κυκλ. 611. ΙΙ. ὁ φέρων πυρσόν, ἐπίθ. θεῶν τινων, μάλιστα τῆς Ἑκάτης, ὁ αὐτ. ἐν Ἑλ. 569, Ἀριστοφ. Θεσμ. 858, Ἀποσπ. 53· φ. θεὰ (ἐξυπακ. Ἄρτεμις) Εὐρ. Ἰφ. ἐν Ταύρ. 21· ἡ Φωσφόρος Ἀριστοφ. Λυσ. 443 νὴ τὴν φωσφόρον, φασὶν τὰ χρυσᾶ μῆλα ταῦτ’ εἶναι 1, 7· ἴδε Βöckh Συλλ. Ἐπιγρ. 1. σ. 316.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui apporte ou qui donne la lumière : ὁ φωσφόρος ἀστήρ PLUT l’étoile du matin, càd la planète Vénus, qui apporte ou annonce la lumière du jour.
Étymologie: φῶς, φέρω.

Spanish

portador de luz

English (Strong)

from φῶς and φέρω; light-bearing ("phosphorus"), i.e. (specially), the morning-star (figuratively): day star.

English (Thayer)

φωσφορον (φῶς and φέρω), light-bringing, giving light (Aristophanes, Euripides, Plato, Plutarch, others); as a substantive, ὁ φωσφόρος (Latin Lucifer), the planet Venus, the morning-star, day-star (Plato, Tim. Locr., p. 96e.; Plutarch, others): λύχνος.

Greek Monolingual

ο / φωσφόρος, -ον, ΝΑ, και ποιητ. τ. φαοσφόρος και φαεσφόρος, -ον, Α
νεοελλ.
1. χημ. αμέταλλο χημικό στοιχείο, με σύμβολο Ρ και ατομικό αριθμό 15, που ανήκει στην ομάδα Va, δηλαδή του αζώτου, του περιοδικού συστήματος, ευρύτατα διαδεδομένο στη φύση, ισχυρό αναγωγικό μέσο και ύψιστης βιολογικής σπουδαιότητας
2. τεχνολ. κοινή ονομασία τών διαφόρων φθοριζουσών ουσιών
3. φρ. α) «κύκλος φωσφόρου»
(βιοχ.) η κυκλοφορία του φωσφόρου σε διάφορες μορφές μέσα στη φύση
β) «άνευ θείου και φωσφόρου» — λέγεται για πράγμα ήσσονος σημασίας ή για πράγμα ευτελές και ανούσιο
αρχ.
1. αυτός που έχει ή εκπέμπει φως («φωσφόρος ἀστήρ» — προσωνυμία του Διονύσου κατά την τέλεση τών μυστηρίων, Αριστοφ.)
2. (ως προσωνυμία θεών, λ.χ. της Εκάτης, της Ήρας, της Αρτέμιδος ή του Ηφαίστου) αυτός που φέρει πυρσό, λαμπάδα («ὦ φωσφόρ' Ἑκάτη, πέμπε φάσματ' εὐμενῆ», Ευρ.)
3. (στην ποίηση) χαρακτηρισμός τών οφθαλμών («φωσφόρα ὄμματα», Πλάτ.)
4. το αρσ. ως ουσ.φωσφόρος
α) (ενν. ἀστήρ) το άστρο της αυγής, ο Αυγερινός, ο πλανήτης Αφροδίτη
β) ονομασία αλοιφής για τα μάτια
5. το θηλ. ως ουσ.φωσφόρος
(ως προσωνυμία ιέρειας) αυτή που φέρει πυρσό.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. φαεσφόρος < θ. φαεσ- του σιγμόληκτου ουδ. φάος / φῶς + -φόρος. Ο τ. φαοσφόρος έχει πιθ. σχηματιστεί από την αιτ. της λ. φάος, ενώ ο τ. φωσφόρος < φαοσφόρος με συναίρεση. Η λ. ως επιστημον. όρος είναι αντιδάνεια, πρβλ. αγγλ. phosphorus < φωσφόρος.

Greek Monotonic

φωσφόρος: ποιητ. φαοσφόρος,-ον (φέρω
I. 1. αυτός που φέρνει ή δίνει φως, σε Ευρ., Αριστοφ.· ως ουσ., ὁ φωσφόρος (ενν. ἀστήρ), αυτός που φέρνει φως, Λατ. Lucifer, δηλ. το πρωινό άστρο, όνομα που δόθηκε ιδίως στον πλανήτη Αφροδίτη, σε Κικ.
2. λέγεται για το μάτι, σε Ευρ., Πλάτ.
II. αυτός που φέρει πυρσό, επίθ. για συγκεκριμένες θεότητες, ιδίως για την Εκάτη, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

φωσφόρος: II ὁ (лат. lucifer) утренняя звезда, т. е. планета Венера Plat.

Russian (Dvoretsky)

φωσφόρος: светоносный, лучезарный, сияющий (Ἓως Eur.; ἀστήρ Arph., Plut.).

Middle Liddell

φωσ-φόρος, ον, φέρω
I. bringing or giving light, Eur., Ar.:—as Subst., ὁ φωσφόρος (sc. ἀστήῤ, the lightbringer, Lat. Lucifer, i. e. the morning-star, a name specially given to the planet Venus, Cic.
2. of the eye, Eur., Plat.
II. torch-bearing, epith. of certain deities, esp. of Hecate, Eur.

Chinese

原文音譯:fwsfÒroj 賀士-賀羅士
詞類次數:名詞(1)
原文字根:光-攜帶(體)
字義溯源:帶光體,晨星;由(φῶς)=光)與(φέρω)*=負擔,背)組成,其中 (φῶς)出自(φαῦλος)X*=照耀)
出現次數:總共(1);彼後(1)
譯字彙編
1) 晨星(1) 彼後1:19