Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φόρεμα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: φόρεμα Medium diacritics: φόρεμα Low diacritics: φόρεμα Capitals: ΦΟΡΕΜΑ
Transliteration A: phórema Transliteration B: phorema Transliteration C: forema Beta Code: fo/rema

English (LSJ)

ατος, τό, later form for φόρημα, Phot., Suid.

   A s.v. φάκελλος.

German (Pape)

[Seite 1299] τό, spätere Form statt φόρημα, s. Lob. Phryn. 250.

Greek (Liddell-Scott)

φόρεμα: τό, μεταγεν. τύπος ἀντὶ φόρημα, Σουΐδ., Φώτ.· ἴδε Λοβέκ. εἰς Φρύν. 250.

Greek Monolingual

-έματος, το, ΝΜΑ, και φόρημα Α φορῶ
νεοελλ.
1. γυναικείο, κυρίως, εξωτερικό ένδυμα
2. πανωφόρι
3. στον πληθ. τα φορέματα
το σύνολο του γυναικείου ρουχισμού
μσν.-αρχ.
καθετί που φορεί κανείς ως κάλυμμα ή ως ένδυμα
αρχ.
1. φορτίο
2. αυτό που φέρεται στα χέρια ή αυτό που τοποθετείται στα γόνατα («κάθηται... Ἡσίοδος κιθάραν ἐπὶ τοῑς γόνασιν ἔχων οὐδέν τι οἰκεῑον Ἡσιόδῳ φόρημα», Παυσ.)
3. κόσμημα, στολίδι που φοριέται
4. το φορείο με το οποίο μετέφεραν τα λάφυρα και τις εικόνες τών θεών κατά τις πομπές
5. (με περιλπτ. σημ.) αυτοί που μεταφέρουν κάτι, οι φορείς
6. μτφ. ψυχικό βάροςδυσχέρεια... πολλὴ τοῡδε τοῡ φορήματος», Σοφ.).