Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φύλλο

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

το / φύλλον, ΝΜΑ
1. πεπλατυσμένη, συνήθως, πράσινη έκφυση του βλαστού τών τραχεοφύτων, η οποία αποτελεί το κύριο φωτοσυνθετικό όργανο του φυτού και επιτελεί σε σημαντικό βαθμό τη λειτουργία της διαπνοής (α. «βασιλικός πλατύφυλλος με τα σαράντα φύλλα» β. «τα φύλλα της ελιάς» γ. «ἰδὼν συκῆν... ἦλθεν ἐπ' αὐτὴν καὶ οὐδὲν εὗρεν ἐν αὐτῇ εἰμὴ φύλλα μόνον», ΚΔ
δ. «οἵη περ φύλλων γενεὴ τοίη δὲ καὶ ἀνδρῶν», Ομ. Ιλ.)
2. καθένα από τα πέταλα του άνθους τών φυτών (α. «τριαντάφυλλο με εκατό φύλλα» β. «ῥόδον ἔχον ἑξήκοντα φύλλα», Ηρόδ.)
νεοελλ.
1. οτιδήποτε λεπτό και πλατύ από μέταλλο, ξύλο, ζύμη κ.λπ. (α. «φύλλα χρυσού» β. «φύλλο κόντρα πλακέ» γ. «φύλλο για μπακλαβά»)
2. εφημερίδα, περιοδικό, τεύχος (α. «απογευματινό φύλλο» β. «το χθεσινό φύλλο της εφημερίδας» γ. «δεκαπενθήμερο φύλλο»)
3. τμήμα πόρτας ή παραθύρου που ανοιγοκλείνει
4. καθένα από τα κομμάτια υφάσματος που ράβονται μαζί στο γυναικείο φόρεμα
5. ναυτ. κάθε κομμάτι του πανιού ιστιοφόρου πλοίου
6. τραπουλόχαρτο
7. μαθημ. επίπεδη καμπύλη, μέρος της οποίας μοιάζει με φύλλο
8. στρ. έγγραφο που φανερώνει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο στρατιωτικός που το έχει (α. «φύλλο πορείας» β. «φύλλο αδείας»)
9. φρ. α) «άμισχο φύλλο»
βοτ. φύλλο χωρίς μίσχο
β) «απλό φύλλο»
βοτ. φύλλο του οποίου το έλασμα είναι μονοτμηματικό
γ) «σύνθετο φύλλο»
βοτ. φύλλο του οποίου το έλασμα αποτελείται από περισσότερα του ενός τμήματα, από τα λεγόμενα φυλλάρια
δ) «τυπογραφικό φύλλο»
(τυπογρ.) βλ. τυπογραφικός
ε) «μαγνητικό φύλλο»
φυσ. μαγνήτης με μορφή λεπτού ελάσματος, του οποίου οι δύο όψεις έχουν ίσες και αντίθετες μαγνητικές πυκνότητες
στ) «θα γυρίσω φύλλο»
(ως απειλητική προειδοποίηση) θα αλλάξω συμπεριφορά
ζ) «φύλλο συκής» — αδαμιαία περιβολή, γύμνια
η) «χωρίς φύλλο συκής» — χωρίς ντροπή, τελείως αδιάντροπα
θ) «έχει φύλλο» — τον ευνοούν οι περιστάσεις
ι) «γύρισε το φύλλο» — άλλαξε φρονήματα ή συναισθήματα
ια) «τον παίρνει στο φύλλο»
(για ιστίο) η διεύθυνση του ανέμου δεν το φουσκώνει, αλλά το τρεμουλιάζει
νεοελλ.-μσν.
καθένα από τα επιμήκη, συνήθως, κομμάτια χαρτιού από τα οποία αποτελείται ένα βιβλίο
μσν.-αρχ.
φρ. «φύλλον τὸ ἰνδικόν»
βοτ. το τριφύλλι
αρχ.
1. το άνθος του φυτού («ὑακίνθινα φύλλα ἐξ ὄρεος δρέψασθαι», Θεόκρ.)
2. φυτό, χορτάρι («φύλλων δ' ὅσσ' ἄσπαρτα ἐρρίζωται ἀρούραις», Νουμήν.)
3. ονομασία διαφόρων φυτών
4. ο σπόρος του φυτού σίλφιο
5. φρ. α) «ἤπια φύλλα» — θεραπευτικά βότανα
β) «φύλλοις βάλλω τινά» — ραίνω κάποιον με φύλλα δάφνης ή μυρτιάς ή με πέταλα ανθέων (Ευρ.)
γ) «πλεκτὰ φύλλα» — στεφάνι, από φύλλα (Ευρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. φύλλον ανάγεται στην ΙΕ ρίζα bhel- «φύλλο, άνθηση, ανθίζω» (η οποία πιθανότατα προέρχεται από τη ρίζα bhel- «φουσκώνω, πρήζομαι» τών τ. φαλλός, φλέω, φλύω κ.λπ. με την έννοια της αφθονίας χυμών, της άνθησης, βλ. και λ. φλέω, φλύω) και συνδέεται με τ. όπως: λατ. folium (από την ετεροιωμένη βαθμίδα), αρχ. άνω γερμ. blat «άνθηση», γερμ. Blatt «φύλλο», μέσ. ιρλνδ. blāth «άνθηση, άνθος» (τ. που εμφανίζουν οδοντική παρέκταση -t-). Ο ελλ. τ. φύλλον, από μορφολογική άποψη, έχει προέλθει από τ. bhulyo- ή bhulio-με αντιπροσώπευση του φωνηεντικού -l-της συνεσταλμένης βαθμίδας ως -υ- (πρβλ. μύλη < ml- της ρίζας mel-), πιθανότατα κατ' επίδραση του τ. φυτόν.
ΠΑΡ. φυλλάριο(ν), φυλλίζω, φυλλίτης, φυλλώδης, φυλλώ(-νω)
αρχ.
φυλλάζω, φυλλάς, φυλλείον, φυλλίνης, φύλλινος, φύλλίον, φυλλίτις, φυλλιώ, φυλλιών
αρχ.-μσν.
φυλλίς
νεοελλ.
φυλλαράκι, φυλλαρούδι, φυλλιδωτός, φυλλίνη, φυλλουριά.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) φυλλάκανθος, φυλλοβόλος, φυλλοτόμος, φυλλοφόρος
αρχ.
φυλλάμπελον, φυλλαναλογημός, φυλλανθές, φυλλάνθιον, φυλλόκομος, φυλλοκόπος, φυλλολόγος, φυλλομανής, φυλλορόος, φυλλοσινής, φυλλόσκεπος, φυλλόστρωτος, φυλλοτόκος, φυλλοτρώξ, φυλλοφυώ
αρχ.-μσν.
φυλλοχόος
μσν.
φυλλοδάφνη, φυλλοκτόνος
μσν.- νεοελλ.
φυλλοκάρδια, φυλλομαντεία
νεοελλ.
φύλλανθος, φύλλαρθρο, φυλληρεφής, φυλλόβιος, φυλλόγναθος, φυλλόδερμα, φυλλοδήκτης, φυλλοειδής, φυλλόκακτος, φυλλόκερας, φυλλοκλάδιο, φυλλόκλαδος, φυλλοκοινία, φυλλομαδώ, φυλλομέδουσα, φυλλομετρώ, φυλλόμορφος, φυλλονυχτερίδα, φυλλοξήρα, φυλλοπορφυρίνη, φυλλοπτέρυξ, φυλλόρρινος, φυλλοσκεπής, φυλλόσταχυς, φυλλοστρωμένος, φυλλοταξία, φυλλοτρήτης, φυλλοφάγος, φυλλόχλωρος. (Β' Συνθετικό) α) σε -φυλλος: αείφυλλος, ακανθόφυλλος, αραιόφυλλος, άφυλλος, εκατοντάφυλλος, έμφυλλος, καλλίφυλλος, κατάφυλλος, λειόφυλλος, λεπτόφυλλος, λευκόφυλλος, μακρόφυλλος, μεγαλόφυλλος, μικρόφυλλος, μονόφυλλος, ολιγόφυλλος, πεντάφυλλος, πλατύφυλλος, πολύφυλλος, πυκνόφυλλος, ριζόφυλλος, σαρκόφυλλος, σκληρόφυλλος, στενόφυλλος, τρίφυλλος, χιλιόφυλος
αρχ.
αεξίφυλλος, ακριτόφυλλος, ακρόφυλλος, βαθύφυλλος, βραχύφυλλος, γωνιόφυλλος, δωδεκάφυλλος, εγγειόφυλλος, εικοσίφυλλος, εινοσίφυλλος, εμπεδόφυλλος, επετειόφυλλος, επιγειόφυλλος, επικαυλόφυλλος, επτάφυλλος, ερίφυλλος, εύφυλλος, ημερόφυλλος, ιτεόφυλλος, καλαμόφυλλος, καλόφυλλος, κινησίφυλλος, κοιλόφυλλος, μονόφυλλος, μελάμφυλλος, μελανόφυλλος, νηριτόφυλλος, οξύφυλλος, ουλόφυλλος, πανάφυλλος, πιόφυλλος, προσριζόφυλλος, σπανόφυλλος, τανίφυλλος, τανύφυλλος, ταξίφυλλος, τριακοντάφυλλος, τριχόφυλλος
νεοελλ.
αβρόφυλλος, ανισόφυλλος, αριόφυλλος, βελονόφυλλος, γυμνόφυλλος, δασύφυλλος, δίφυλλος, εικοσάφυλλος, εκατόμφυλλος, εννεάφυλλος, εξάφυλλος, τετράφυλλος, χλωρόφυλλος
β) σε -φυλλο(ν): αμπελόφυλλο(ν), εκατόφυλλο(ν), ελαιόφυλλο(ν), καρπόφυλλο(ν), καρυόφυλλο(ν), κισσόφυλλο(ν), κιτρόφυλλο(ν), μηλόφυλλο(ν), μυριόφυλλο(ν), παράφυλλο(ν), ροδόφυλλο(ν), συκόφυλλο(ν)
αρχ.
αγριόφυλλον, ακρόφυλλον, απλόφυλλον, απόφυλλον, γλυκύφυλλον, καλλίφυλλον, μαχαιρόφυλλον, μελισσόφυλλον, μελιτόφυλλον, μελίφυλλον, ξηροκαρυόφυλλον, ξυλοκαρυόφυλλον, ονόφυλλον, οξυτρίφυλλον, οξύφυλλον, οπόφυλλον, πολιόφυλλον, στησίφυλλον, συκινόφυλλον, τρίσφυλλον, υδνόφυλλον, χαιρέφυλλον
νεοελλ.
αμυγδαλόφυλλο, δαφνόφυλλο, εξώφυλλο, θυρόφυλλο, καπνόφυλλο, λαχανόφυλλο, οπισθόφυλλο, παραθυρόφυλλο, σιδηρόφυλλο, τριαντάφυλλο, χαλυβδόφυλλο, χρυσόφυλλο, ωραιόφυλλο].