Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

φῦσιγξ

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη -> The first and best victory is to conquer self.
Plato, Laws 626e
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: φῦσιγξ Medium diacritics: φῦσιγξ Low diacritics: φύσιγξ Capitals: ΦΥΣΙΓΞ
Transliteration A: phŷsinx Transliteration B: physinx Transliteration C: fysigks Beta Code: fu=sigc

English (LSJ)

ιγγος, ἡ, A blister on the heel caused by a burn, Poll.4.198. II stalk of garlic, Hp.Fist.3, Thphr.HP7.4.12; or (acc. to Sch.Ar.Ach.525) the outer coat of a clove of garlic. 2 a particular kind af garlic, Diocl.Fr.120.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1317] ιγγος, ἡ, eigtl. die Blase, dah. der blasenähnlich hohle Stengel des Knoblauchs und anderer Zwiebelgewächse und die äußerste Haut, die den Kopf oder die Bolle des Knoblauchs umschließt, Schol. Ar. Ach. 500. – Auch eine eigene Art Knoblauch, Hesych.

Greek (Liddell-Scott)

φῦσιγξ: -ιγγος, ἡ, «χηλαὶ ἢ φύσιγγες ῥαγάδες πτερνῶν, αἰδοίου» Πολυδ. Δ΄, 198. ΙΙ. «σκορόδου φύσιγγα, τὸ ἔξωθεν λέμμα» Ἐρωτιαν. σ. 352, Γαλην. Ἱππ. γλωσσ. ἐξήγ. 594 ἔνθα: φύσιγρα, Θεφρ. περὶ Φυτ. Ἰστ. 7. 4, 12· ἢ (κατὰ τὰ Σχόλ. εἰς Ἀριστοφ. Ἀχ. 526), «τὸ ἐκτὸς λέπισμα τῶν σκορόδων, ἡ φυσίττη» 2) ἴδιόν τι εἶδος σκορόδου, Διοκλῆς ὁ Καρύστιος παρ’ Ἀθην. 68Ε.

French (Bailly abrégé)

ιγγος (ἡ) :
1 tige creuse et gonflée comme celle de l’ail, de l’oignon, etc.
2 sorte d’ail.
Étymologie: φυσάω.

Greek Monolingual

ἡ, Α
βλ. φύσιγγα.

Greek Monotonic

φῦσιγξ: -ιγγος, ἡ, κοτσάνι σκόρδου ή το εξωτερικό περίβλημα της σκελίδας του σκόρδου (αμφίβ. προέλ.).

Russian (Dvoretsky)

φῦσιγξ: ιγγος ἡ полый стебель чеснока, тж. чеснок (им кормили бойцовых петухов для возбуждения в них задора; ср. φυσιγγόομαι).

Middle Liddell

φῦσιγξ, ιγγος,
the stalk of garlic, or the outer coat of a clove of garlic. [deriv. uncertain]