Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαιρετίζω

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: χαιρετίζω Medium diacritics: χαιρετίζω Low diacritics: χαιρετίζω Capitals: ΧΑΙΡΕΤΙΖΩ
Transliteration A: chairetízō Transliteration B: chairetizō Transliteration C: chairetizo Beta Code: xaireti/zw

English (LSJ)

   A say χαῖρε, to greet, welcome, τινα LXX To.7.1, POxy. 1242ii35 (iii A. D.), D.L.3.98, Lyd.Mens.4.158; salute a god, PMag.Par.1.1053.

German (Pape)

[Seite 1325] eigtl. χαῖρε sagen, übh. grüßen, bewillkommnen, auch besuchen, bes. einem Vornehmern seine Aufwartung machen, Sp., wie D. L. 3, 98.

Greek (Liddell-Scott)

χαιρετίζω: λέγω τὸ χαῖρε, ἀσπάζομαι, δεξιοῦμαι, κοινῶς «χαιρετῶ», τινὰ Διογέν. Λαέρτ. 3. 98, Ἑβδ. (Τωβὶτ Ζ΄, 1)· ἐντεῦθεν χαιρετισμός, ὁ, ὡς καὶ νῦν, ἰδίως χαιρετισμὸς γινόμενος πρὸς ἄνθρωπον κατέχοντα Ἀξίωμα, Λατ. salutatio, Πολύβ. 32. 15, 8, Ἀνθ. Παλατ. 1. 114 (ἐν τῇ ἐπιγραφῇ)· ― οὕτω χαιρέτισμα, τό, Σχόλ. εἰς Αἰσχύλ. Πέρσ. 935· καὶ ἐπίθ. χαιρετιστικός, ή, όν, αὐτόθι. ― Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. ἐν Ἀθηνᾶς τόμ. Α΄, σ. 306.

Spanish

saludar

Greek Monolingual

ΝΜΑ, και χαιρετώ, -άω, Ν
απευθύνω χαιρετισμό, προσαγορεύω κάποιον με τις λέξεις χαίρε ή χαίρετε (α. «χαιρετίζω την αφεντιά σας» β. «καὶ Σάρρα δὲ ὑπήντησεν αὐτῷ καὶ ἐχαιρέτισεν αὐτόν», ΠΔ)
2. εκφράζω σε κάποιον, που συναντώ, τη συμπάθεια, την αγάπη, τον σεβασμό μου με φράσεις ή χειρονομίες
νεοελλ.
1. στέλνω χαιρετισμούς σε κάποιον («να μού χαιρετίσεις τη μητέρα σου»)
2. κάνω ορισμένο σχήμα, μια καθιερωμένη χειρονομία ή κίνηση για να τιμήσω κάποιον ή κάτι (α. «χαιρέτισαν τον λοχαγό» β. «χαιρετίζω τη σημαία»)
3. προσκυνώ («θα χαιρετίσουμε τον επιτάφιο και θα φύγουμε»)
4. επισκέπτομαι κάποιον για να του ευχηθώ («σήμερα θα χαιρετίσουμε τους Γιάννηδες»)
5. μτφ. επικροτώ με ενθουσιασμό, εγκρίνω κάτι με ικανοποίηση και ευχαρίστηση («οι σύνεδροι χαιρέτισαν την πρόταση του προεδρείου»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < χαῖρε / χαίρετε, κατά τα ρ. σε -ίζω].

Russian (Dvoretsky)

χαιρετίζω: почтительно приветствовать, свидетельствовать свое почтение Diog. L.