Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαλιναγωγώ

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει → Everything flows and nothing stands still
Heraclitus

Greek Monolingual

χαλιναγωγῶ, -έω, ΝΜΑ χαλιναγωγός
1. (σχετικά με άλογο ή με άλλο ζώο) συγκρατώ ή οδηγώ με το χαλινάρι
2. μτφ. αναχαιτίζω, ανακόπτω, αναστέλλω (α. «δεν μπορούσε να χαλιναγωγήσει τις παρορμήσεις του» β. «μὴ χαλιναγωγῶν γλῶσσαν αὐτοῦ», ΚΔ
γ. «ὅταν ἕκαστα τῶν παθῶν χαλιναγωγῇ», Λουκιαν.).