Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαλκίς

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: χαλκίς Medium diacritics: χαλκίς Low diacritics: χαλκίς Capitals: ΧΑΛΚΙΣ
Transliteration A: chalkís Transliteration B: chalkis Transliteration C: chalkis Beta Code: xalki/s

English (LSJ)

ίδος, ἡ, an unknown bird (cf. κύμινδις), Il.14.291, cf. Arist.HA615b10, Parth.13.4:—Cratin.315 (hex.) parodies Il.l.c., taking χ. in the sense of

   A a brazen pot.    2 = pica maritima (i. e. roller, Coracias garrula), Gloss.    II a migratory fish, perh. pilchard or sardine, Clupea sardina, Epich.48, al., Arist.HA543a2, Numen. ap. Ath.7.328d, Opp.H.1.244; also a freshwater fish, Arist. HA568a18.    III = ζιγνίς, a poisonous lizard, cicigna, ib.604b23, Plin.HN32.30, Aët.13.15; cf. χαλκιδικός 11.2.    IV at Lacedaemon, female slave, Proxen.8, Eust.1090.57.    V as pr. n., Χαλκίς, ίδος, ἡ, Chalcis, name of various cities, Il.2.537, etc.

German (Pape)

[Seite 1330] ίδος, ἡ, 1) ein unbestimmbarer Vogel, von dem es Il. 14, 291 heißt, die Götter hätten ihn χαλκίς, die Menschen κύμινδις genannt; nach Arist. H. A. 9, 12 ein schwarzer Raubvogel, von der Größe des Taubenslößers, der in Gebirgen haus't und sich selten zeigt, wie der große Goldadler, der Nachthabicht od. eine Eulenart; Einige leiten den Namen von seiner Kupferfarbe, Andere von der starken Stimme her. – 2) ein Fisch, wahrscheinlich von der Gattung des Herings, clupea; Arist. H. A. 6, 14; Epicharm. bei Ath. VII, 328 c; auch χαλκιδική genannt, Dorio bei Ath. a. a. O. – 3) eine Eidechse mit kupferfarbigen Streifen auf dem Rücken, sonst χαλκιδική, auch ζιγνίς, Arist. H. A. 8, 24, vgl. Schol. Nic. Th. 817. – 4) bei den Lacedämoniern eine Sklavinn, θεράπαινα, Ath. VI, 267 c. – S. nom. pr.

Greek (Liddell-Scott)

χαλκίς: -ίδος, ἡ, πτηνόν τι (ἴδε ἐν λ. κύμινδις), Ἰλ. Ξ. 291· ― Ὁ Κρατῖνος παρῳδεῖ τὸν στίχον τοῦτον λαμβάνων τὸ χαλκὶς ἐπὶ τῆς σημασίας τοῦ χαλκοῦ σκεύους ἢ ἐργαλείου, ἐν Ἀδήλ. 62. ΙΙ. ἰχθύς, οὗ ἓν μὲν εἶδος διαιτᾶται ἐν θαλάσσῃ, ἕτερον δὲ ἐν ποταμοῖς, καὶ κατὰ Schneid, εἶναι εἶδος μαινίδος «ῥέγγας», clupea, Ἐπίχαρμ. 45 Ahr., Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 4. 9, 5., 6. 14, 2, πρβλ. Ἀθήν. 328, Plin. 9. 71· ἴδε ἐν λ. χαλκεὺς ΙΙ, χαλκιδική. ΙΙΙ. εἶδος σαύρας ἥτις καὶ χαλκιδικὴ ἢ ζιγνὶς καλεῖται, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 8. 24, 7, Πλίν. 32. 13. IV. ἐν Λακεδαίμονι γυνὴ δούλη, Πρόξεν. παρ’ Ἀθην. 267D, Εὐστ. 1090. 47. V. ὡς κύριον ὄνομα, Χαλκίς, ίδος, ἡ πόλις ἐν Εὐβοίᾳ, Ἰλ. Β. 537, Ἡσ. Ἐργ. κ. Ἡμ. 653, ὀνομασθεῖσα οὕτως, ὡς λέγεται, ἐκ τῶν γειτνιαζόντων μεταλλείων χαλκοῦ· πολλαὶ ἄλλαι πόλεις τοῦ αὐτοῦ ὀνόματος μνημονεύονται, Ἰλ. Β. 640, Ὕμν. Ὁμ. εἰς Ἀπόλλ. 425, Διονύσ. Περιηγ. 496, Στράβ. 644. 754, 755, Στέφ. Βυζ., κλπ.· ― οἱ κάτοικοι ἐκαλοῦντο Χαλκιδεῖς, Ἰων. -έες, Ἡρόδ. 5. 74 κἑξ.· καὶ ὁ Ἀριστοφ. ἔχει Χαλκιδέας ὡς αἰτιατ., Ἱππ. 238.

French (Bailly abrégé)

[ῐ] ίδος (ἡ),
1. sorte d’oiseau à plumage cuivré, appelé χαλκίς dans la langue des dieux, κύμινδις dans celle des hommes, IL. 14.291;
2. sorte de poisson, pê alose, sel. d’autres finte, EPICH. 45 Ahr., ARSTT. HA 4.9.5, 6.14.2;
3. sorte de lézard (appelé aussi ζιγνίς) rayé de lignes cuivrées sur le dos, ARSTT. HA 8.24.7;
4. à Lacédémone, femme esclave ou servante PROXÉN. (ATH. 267d).
Étymologie: χαλκός.

English (Autenrieth)

ίδος = κύμινδις, Il. 14.291†.

Greek Monolingual

-ίδος, ΝΜΑ, και χαλκίδα Ν
ως κύριο όν. η Χαλκίδα και ἡ Χαλκίς, -ίδος
ονομασία πόλης της Εύβοιας
νεοελλ.
ζωολ. γένος υμενόπτερων εντόμων της οικογένειας χαλκιδίδες
αρχ.
1. είδος άγνωστου πτηνού
2. είδος ψαριού, πιθανώς η σαρδέλα
3. είδος της σαύρας σκίγκος, γνωστό σήμερα με την επιστημονική ονομασία Chalchides ocellatus
4. (στους Λακεδαιμονίους) δούλα, θεράπαινα («ἐπικαλεῖσθαί φησι χαλκίδας παρὰ Λακεδαιμονίοις τὰς θεραπαίνας», Πρόξ.)
5. ως κύριο όν. ονομασία διαφόρων πόλεων.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χαλκός + κατάλ. -ίς, -ίδος (πρβλ. κεραμ-ίς, φοινικ-ίς). Η λ. έχει χρησιμοποιηθεί για να δηλώσει διάφορα ζώα, τα οποία ονομάστηκαν έτσι λόγω του χρώματός τους. Η λ. με τη νεοελλ. σημ. είναι αντιδάνεια, πρβλ. αγγλ. chalcis (< χαλκός)].

Greek Monotonic

χαλκίς: -ίδος, ἡ, = κύμινδις, σε Ομήρ. Ιλ.

Russian (Dvoretsky)

χαλκίς: ίδος ἡ Халкида
1) тж. κύμινδις, род хищной птицы Hom.;
2) рыба Arst.;
3) тж. ζιγνίς, вид ящерицы Arst.

Middle Liddell

χαλκίς, ίδος, ἡ, = κύμινδις, Il.]