Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαλκαλέκτωρ

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-ορος, ὁ, Μ
(υβριστική λ. για ρήτ.) ορειχάλκινος πετεινός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χαλκ(ο)- + ἀλέκτωρ «κόκορας»].