Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαλκαλέκτωρ

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

-ορος, ὁ, Μ
(υβριστική λ. για ρήτ.) ορειχάλκινος πετεινός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χαλκ(ο)- + ἀλέκτωρ «κόκορας»].