Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαλκοπράτης

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

ὁ, Μ
αυτός που πουλά χάλκινα είδη.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χαλκ(ο)- + -πράτης (< πράτης «πωλητής» (< θ. πρα- του πέρνημι «πουλώ»), πρβλ. ἀρτο-πράτης, οἰνο-πράτης.