Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαλκουργώ

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

-έω, ΜΑ χαλκουργός
1. σφυρηλατώ τον χαλκό, κατασκευάζω διάφορα αντικείμενα από χαλκό
2. παθ. χαλκουργοῡμαι, -έομαι
(για έργα τέχνης) κατασκευάζομαι, εκτελούμαι σε χαλκό («ἀνδριὰς χαλκουργούμενος», Μεθόδ.).