Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαλκοφάλαρος

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: χαλκοφάλᾰρος Medium diacritics: χαλκοφάλαρος Low diacritics: χαλκοφάλαρος Capitals: ΧΑΛΚΟΦΑΛΑΡΟΣ
Transliteration A: chalkophálaros Transliteration B: chalkophalaros Transliteration C: chalkofalaros Beta Code: xalkofa/laros

English (LSJ)

[φᾰ], ον,

   A adorned with brass, δώματα Ar.Ach. 1072.

German (Pape)

[Seite 1332] von Erz od. Kupfer glänzend, damit geschmückt, δώματα Ar. Ach. 1036.

Greek (Liddell-Scott)

χαλκοφάλᾰρος: -ον, κεκοσμημένος διὰ χαλκοῦ, δώματα Ἀριστοφ. Ἀχ. 1072.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
aux ornements de cuivre ou d’airain.
Étymologie: χαλκός, φάλαρα.

Greek Monolingual

-ον, Α
διακοσμημένος με χαλκό.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χαλκ(ο)- + -φάλαρος (< φάλαρα «κοσμήματα της περικεφαλαίας»), πρβλ. ἀργυρο-φάλαρος, χρυσο-φάλαρος.

Greek Monotonic

χαλκοφάλᾰρος: [φᾰ], -ον (φάλαρα), αυτός που είναι στολισμένος με χαλκό, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

χαλκοφάλᾰρος: разукрашенный медью или бронзой (δώματα Arph.).

Middle Liddell

χαλκο-φάλᾰρος, ον, φάλαρα
adorned with brass, Ar.