Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαλκωρύχος

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates
Full diacritics: χαλκωρύχος Medium diacritics: χαλκωρύχος Low diacritics: χαλκωρύχος Capitals: ΧΑΛΚΩΡΥΧΟΣ
Transliteration A: chalkōrýchos Transliteration B: chalkōrychos Transliteration C: chalkorychos Beta Code: xalkw/ruxos

English (LSJ)

(parox.), ον,

   A digging copper, copper miner, Tz.ad Lyc. 484.

German (Pape)

[Seite 1332] Kupfer grabend, Schol. Lycophr. 484.

Greek (Liddell-Scott)

χαλκωρύχος: [ῠ], -ον, ὁ ἀνορύσσων χαλκόν, ἐργάτης χαλκωρυχείου, Τζέτζ. εἰς Λυκόφρ. 484. - Ἴδε Κόντου Κριτικὰ καὶ Γραμματικὰ ἐν Ἀθηνᾶς τόμ. Β΄, σ. 310.

Greek Monolingual

ο, ΝΜ
εργάτης χαλκωρυχείου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χαλκ(ο)- + -ωρύχος (< ὀρύσσω), πρβλ. χρυσ-ωρύχος. Το -ω- του τ. οφείλεται σε έκταση λόγω συνθέσεως].