Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαλκόκροτος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: χαλκόκροτος Medium diacritics: χαλκόκροτος Low diacritics: χαλκόκροτος Capitals: ΧΑΛΚΟΚΡΟΤΟΣ
Transliteration A: chalkókrotos Transliteration B: chalkokrotos Transliteration C: chalkokrotos Beta Code: xalko/krotos

English (LSJ)

ον,

   A sounding or rattling with bronze, epith. of Demeter, in allusion to instruments used in her worship, Pi.I.7(6).3; χ. ἵπποι horses that stamp with hoofs of bronze, brazen-hoofed, Ar.Eq.552 (lyr.).    II = χαλκήλατος, φάσγανον E.Ph.1577 (lyr.); χαλκόκροτα bronze utensils, POxy.1657.1 (iii A. D.).    III χαλκοκρότος, ὁ, = Lat. aerarius, Gloss. (καλκόκροτος cod.).

German (Pape)

[Seite 1331] 1) mit od. von Erz od. Kupfer tönend, vom Zusammenschlagen eherner Waffen oder kupferner Instrumente ertönend, umtönt; Δημήτηρ Pind. I. 6, 3; ἵπποι, Rosse, deren mit Erz beschlagene Hufe stampfend ertönen, mit ehernem Hufschlage, Ar. Equ. 554. – 2) aus Erz oder Kupfer geschlagen, geschmiedet, φάσγανον Eur. Phoen. 1570.

Greek (Liddell-Scott)

χαλκόκροτος: -ον, ἐπίθετ. τῆς Δήμητρος, «παρὰ τὰ ἐπικτυποῦντα ἐν ταῖς τελεταῖς τῆς Δήμητρος κύμβαλα» (Σχολ.), Πινδ, Ι. 7 (6). 3· ― χ. χαλκοκρότων ἵππων κτύπος, «χαλκοπόδων, τουτέστι τὰς ὁπλὰς ἰσχυρὰς ἐχόντων» (Σουΐδ. ἐκ τοῦ Σχολιαστοῦ), Ἀριστοφ. Ἱππ. 552· πρβλ. χαλκόπους. ΙΙ. = χαλκήλατος, φάσγανον, τὸ ἐκ χαλκοῦ κατεσκευασμένον, Εὐρ. Φοίν. 1577.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
I. qui résonne du bruit de l’airain :
1 qu’on fête avec des cymbales d’airain (Déméter);
2 au sabot ferré d’airain (cheval);
II. forgé en airain.
Étymologie: χαλκός, κρότος.

English (Slater)

χαλκόκροτος, -ον
   1 with rattling bronze χαλκοκρότου Δαμάτερος (παρὰ τὰ ἐπικτυποῦντα ἐν ταῖς τελεταῖς τῆς Δήμητρος κύμβαλα Σ.) (I. 7.3)

Greek Monolingual

-ον, Α
1. χαλκόηχος («χαλκοκρότων ἵππων κτύπος», Αριστοφ.)
2. κατασκευασμένος από χαλκό
3. προσωνυμία της θεάς Δήμητρος λόγω τών κυμβάλων που χρησιμοποιούσαν στις τελετές της
4. (κατά τον Ησύχ.) «ἡ Ῥέα
διὰ τὰ κύμβαλα».
[ΕΤΥΜΟΛ. < χαλκ(ο)- + κρότος (πρβλ. γονύ-κροτος, ἱππό-κροτος)].

Greek Monotonic

χαλκόκροτος: -ον, I. αυτός που ηχεί με χαλκό, δηλ. με χάλκινα κύμβαλα, σε Πίνδ.· λέγεται για άλογα, με οπλές από χαλκό, σε Αριστοφ.
II. χαλκήλατος, σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

χαλκόκροτος:
1) выкованный из меди (φάσγανον Eur.);
2) подкованный медью или издающий звонкое цоканье (ἵπποι Arph.);
3) шествующий под звуки медных кимвалов (Δημήτηρ Pind.).

Middle Liddell

χαλκό-κροτος, ον,
I. sounding with brass, i. e. with brasen cymbals, Pind.: of horses, brasen-hoofed, Ar.
II. = χαλκήλατος, Eur.]