Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαλκόπληκτος

Οὐδ' ἄμμε διακρινέει φιλότητος ἄλλο, πάρος θάνατόν γε μεμορμένον ἀμφικαλύψαι -> Nor will anything else divide us from our love before the fate of death enshrouds us
Apollonius of Rhodes, Argonautica 3.1129f.
Full diacritics: χαλκόπληκτος Medium diacritics: χαλκόπληκτος Low diacritics: χαλκόπληκτος Capitals: ΧΑΛΚΟΠΛΗΚΤΟΣ
Transliteration A: chalkóplēktos Transliteration B: chalkoplēktos Transliteration C: chalkopliktos Beta Code: xalko/plhktos

English (LSJ)

Dor. χαλκό-πλακτος, ον,

   A smiting with brazen edge, γένυς, of the battle-axe, S.El.484 (lyr.; also expld. as = χαλκήλατος).

German (Pape)

[Seite 1331] 1) mit Erz od. Kupfer geschlagen, getroffen, verwundet. – 2) = χαλκήλατος, aus Erz od. Kupfer geschmiedet, χαλκόπλακτος γένυς Soph. El. 475, wo Herm. minder gut die akt. Bedeutung »mit Erz schlagend, hauend« annimmt, Schol. ἀμφήκης.

Greek (Liddell-Scott)

χαλκόπληκτος: Δωρ. -πλακτος, ον, ἐπίθ. τοῦ πολεμικοῦ πελέκεως, χαλκόπλακτος ἀμφάκης γένυς Σοφ. Ἠλ. 484· κατά τι σχόλιον, ὁ πλήττων διὰ χαλκῆς κοπίδος, κατ’ ἄλλο = χαλκήλατος.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
fait (litt. frappé) d’airain, ou dont l’airain frappe (hache).
Étymologie: χαλκός, πλήσσω.

Greek Monolingual

και δωρ. τ. χαλκόπλακτος, -ον, Α
(για τον πολεμικό πέλεκυ) αυτός που πλήττει με χάλκινη αιχμή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χαλκ(ο)- + -πληκτος (< πλήσσω), πρβλ. θαλασσό-πληκτος, σιδηρό-πληκτος].

Greek Monotonic

χαλκόπληκτος: Δωρ. -πλακτος, -ον (πλήσσω), αυτός που χτυπά με χάλκινη αιχμή, χαλκήλατος, σε Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

χαλκόπληκτος: Soph. v. l. = χαλκόπλακτος.

Middle Liddell

χαλκό-πληκτος, δοριξ -πλακτος, ον, πλήσσω
smiting with brasen edge or = χαλκήλατος, Soph.