Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαλκότοξος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: χαλκότοξος Medium diacritics: χαλκότοξος Low diacritics: χαλκότοξος Capitals: ΧΑΛΚΟΤΟΞΟΣ
Transliteration A: chalkótoxos Transliteration B: chalkotoxos Transliteration C: chalkotoksos Beta Code: xalko/tocos

English (LSJ)

ον,

   A armed with brazen bow, Pi.N.3.38.

German (Pape)

[Seite 1332] mit ehernem Bogen, ἀλκή, Pind. N. 3, 37.

Greek (Liddell-Scott)

χαλκότοξος: -ον, ὡπλισμένος διὰ χαλκοῦ τόξου, Πινδ. Ν. 3. 65.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
à l’arc d’airain.
Étymologie: χαλκός, τόξον.

English (Slater)

χαλκότοξος, -ον ?
   1 with brazen arrows “χαλκότοξον Ἀμαζόνων μετ' ἀλκὰν” (N. 3.38)

Greek Monolingual

-ον, Α
(ποιητ. τ.) οπλισμένος με χάλκινο τόξο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χαλκ(ο)- + -τοξος (< τόξον), πρβλ. ἀργυρό-τοξος, χρυσό-τοξος].

Greek Monotonic

χαλκότοξος: -ον (τόξον), αυτός που είναι εξοπλισμένος με χάλκινο τόξο, σε Πίνδ.

Russian (Dvoretsky)

χαλκότοξος: вооруженный медным луком (ἀλκά Pind.).

Middle Liddell

χαλκό-τοξος, ον, τόξον
armed with brasen bow, Pind.