Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαμαιγενής

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: χᾰμαιγενής Medium diacritics: χαμαιγενής Low diacritics: χαμαιγενής Capitals: ΧΑΜΑΙΓΕΝΗΣ
Transliteration A: chamaigenḗs Transliteration B: chamaigenēs Transliteration C: chamaigenis Beta Code: xamaigenh/s

English (LSJ)

ές,

   A earth-born, epith. of men, h.Ven.108, h.Cer.352, Hes.Th.879, Pi.P.4.98; of ants, Nonn.D.13.209.

Greek (Liddell-Scott)

χᾰμαιγενής: -ές, γεν. έος, ὁ χαμαὶ γεννηθείς, ἐπίθ. τῶν ἀνθρώπων, Ὑμν. Ὁμ. εἰς Ἀφροδ. 108, εἰς Δήμητρ. 353, Ἡσ. Θεογ. 879, Πινδ. Π. 5. 175.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
né de la terre (ép. des hommes, ou des fourmis).
Étymologie: χαμαί, γένος.

English (Slater)

χᾰμαιγενής
   1 earth-born “καὶ τίς ἀνθρώπων σε χαμαιγενέων πολιᾶς ἐξανῆκεν γαστρός” (P. 4.98)

Greek Monolingual

-ές, ΜΑ
(επικ. τ.) αυτός που γεννήθηκε στη γη («χαμαιγενέων ἀνθρώπων», Ησίοδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < χαμ(αι)- + -γενής (< γένος < γίγνομαι), πρβλ. ὀψι-γενής, παλαι-γενής].

Greek Monotonic

χᾰμαιγενής: -ές, γεν. -έος (γίγνομαι), αυτός που έχει γεννηθεί στη γη, σε Ησίοδ., Πίνδ.

Russian (Dvoretsky)

χᾰμαιγενής: земнородный (ἄνθρωποι HH, Hes., Pind.).

Middle Liddell

χᾰμαι-γενής, ές γίγνομαι
earth-born, Hes., Pind.