Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χανδόν

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet → May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: χανδόν Medium diacritics: χανδόν Low diacritics: χανδόν Capitals: ΧΑΝΔΟΝ
Transliteration A: chandón Transliteration B: chandon Transliteration C: chandon Beta Code: xando/n

English (LSJ)

Adv. with mouth wide open, greedily, eagerly, [οἶνον] χ. ἑλεῖν Od.21.294, cf. Call.Aet.1.1.11, Nic.Th.341, Opp.C.4.430 (cj.), etc.; in late Prose χ. ἐκπιεῖν, πιέσθαι, πίνειν, Gal.15.735, Luc.Merc. Cond.7, Jul.Mis.338c; σπᾶν D.C.71.10; metaph., χ. ἐνεπίμπλαντο εὐχῶν Luc.Alex.14; χ. ἐμπιπλάμενος τοῦ ὕπνου Philostr.Im.2.22.

French (Bailly abrégé)

adv.
en ouvrant la bouche, à pleine bouche ; fig. avidement.
Étymologie: χαίνω, -δον.

German (Pape)

adv., gähnend, mit weit geöffnetem Munde, dah. gierig, οἶνον χανδὸν ἑλεῖν Od. 21.294; ἐκπνεῖν Nic. Th. 341; ἐνεπίμπλαντο εὐχῶν Luc. Alex. 14; πίεσθαι Merc.cond. 7.

Russian (Dvoretsky)

χανδόν: adv. χαίνω широко разевая рот, т. е. жадно (οἶνον ἑλεῖν Hom.; πίεσθαι Luc.): χ. ἐμπίπλασθαι τῶν εὐχῶν Luc. орать во все горло молитвы.

Greek (Liddell-Scott)

χανδόν: ἐπίρρ., μὲ ἀνοικτὸν στόμα, ἀπλήστως, ἀθρόως, οἶνον χανδὸν ἑλεῖν Ὀδ. Φ. 294, πρβλ. Καλλ. Ἀποσπ. 109, Νικ. Θηρ. 341, Ὀππ. Κυνηγ. 4. 340, κτλ.· ὡσαύτως παρὰ μεταγεν. πεζογράφοις, χ. πίεσθαι Λουκ. Μισθ. Συνόντ. 7· μεταφορ., χ. ἐνεπίμπλατο εὐχῶν ὁ αὐτ. ἐν Ἀλεξ. 14· χ. ὕπνου ἐμπιπλάμενος Φιλόστρ. 847. Ὁ τύπος χανδὰ μνημονεύεται ὡσαύτως παρ’ Ἀπολλ. περὶ Ἐπιρρ. 562. 16, 20. - Καθ’ Ἡσύχ.: «χανδόν· πολύ[ν], καὶ ὅσον δυνατόν, καὶ ἀθρόως, ἀπὸ τοῦ κεχηνέναι πλατύ», καὶ χανδὸν πιεῖν· κεχηνότως καὶ ἀθρόως πιεῖν ὅλῳ στόματι.

English (Autenrieth)

(χαίνω): lit., ‘with open mouth,’ greedily, Od. 21.294†.

Greek Monolingual

και βοιωτ. τ. χάδαν Α
επίρρ.
1. με ανοιχτό στόμα, με άπληστη επιθυμία, λαίμαργα («χανδὸν ἀμέτρητον δέκεται ποτόν», Νίκ. Θηρ.)
2. μτφ. σε μεγάλο βαθμό, υπερβολικά («χανδὸν ἐμπιπλάμενος τοῦ ὕπνου», Φιλόστρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. χᾰν- του ρ. χαίνω (βλ. λ. χάσκω) + επιρρμ. κατάλ. -δόν (πρβλ. φανδόν)].

Greek Monotonic

χανδόν: επίρρ., με το στόμα ορθάνοιχτο, απλήστως, σε Ομήρ. Οδ., Λουκ.

Middle Liddell


with mouth wide open, greedily, Od., Luc.