Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαρακτηρίζω

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: χαρακτηρίζω Medium diacritics: χαρακτηρίζω Low diacritics: χαρακτηρίζω Capitals: ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΖΩ
Transliteration A: charaktērízō Transliteration B: charaktērizō Transliteration C: charaktirizo Beta Code: xarakthri/zw

English (LSJ)

fut.

   A -ίσω Phld.D.3.14: pf. κεχαρακτήρικα Aristeas 153:—engrave, inscribe, Manethoap.Syncell.1p.72D. (Pass.); form, stamp, τὸ κηρύκειον ἐκ τοῦ Βαβυλωνίου χρυσοῦ -ίζεσθαι πέφυκεν Aristaenet.2.1: metaph., ἐκ θεῶν-ίζεσθαι to be made in the image of gods, Men.Prot.p.16D.    2 designate by a characteristic mark, characterize, Ph.1.151, Gal.8.188, Plot.1.8.3, Sch.E.Hec.379; μειζόνως χ. τὸν Δία Max.Tyr.17.3: abs., περί τινων Hermog.Id.2.10:—Pass., to be characterized, Phld.Herc.1457.11; χ. κατὰ διαφοράν Stoic.2.132, cf. Iamb.Comm.Math.4.    3 emphasize, c. acc. et inf., Aristeas l. c.; indicate, expound, τι Phld.D.3.14.

German (Pape)

[Seite 1336] mit einem Stempel, Gepräge, Kennzeichen od. Merkmal versehen. – Uebertr., schildern, Sp.

Greek (Liddell-Scott)

χᾰρακτηρίζω: δηλῶ τι, ὡς καὶ νῦν δι᾿ ἰδιαιτέρου χαρακτηριστικοῦ, γνωρίσματος, χαρακτηρίζω, Φίλων 1. 151, Σχόλ. εἰς Εὐρ. Ἑκ. 379· ἐν τοῖς Γλωσσαρ. ὡσαύτως, χαρακτηριάζω, ἴδε χαρακτηριάσας.

Greek Monolingual

ΝΜΑ χαρακτήρ, -ῆρος]
προσδιορίζω τη βασική, ουσιώδη ιδιότητα ενός προσώπου ή πράγματος, η οποία αποτελεί και το διακριτικό του γνώρισμα έναντι τών άλλων (α. «αυτό που τον χαρακτηρίζει είναι η ειλικρίνεια» β. «μάλιστα δὲ χαρακτηρίζει τὸν χριστιανισμὸν ἡ ἀγάπη», Ιωάνν. Χρυσ.)
νεοελλ.
1. κατατάσσω κάποιον ή κάτι σε μια κατηγορία («θα τον χαρακτήριζα αναιδή»)
2. κρίνω, ορίζω
αρχ.
1. χαράζω, εγχαράσσω
2. δίνω έμφαση
3. ερμηνεύω, επεξηγώ κάτι
4. περιγράφω
5. παθ. χαρακτηρίζομαι
α) διαμορφώνομαι, σχηματίζομαι
β) μτφ. παίρνω τη μορφή κάποιου («ἐκ θεῶν χαρακτηρίζεσθαι», Μέν. Πρ.).