Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χατίρι

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

και χατήρι, το, Ν
1. χάρη, εξυπηρέτηση
2. φρ. α) «του [ή της] κάνω όλα τα χατίρια» — εκτελώ με προθυμία ό,τι μού ζητήσει
β) «δεν χαλώ χατίρι σε κανέναν» — δεν δυσαρεστώ κανέναν, δίνω σε όλους ικανοποίηση.
[ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. hatir].