Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χαώδης

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698
Full diacritics: χᾰώδης Medium diacritics: χαώδης Low diacritics: χαώδης Capitals: ΧΑΩΔΗΣ
Transliteration A: chaṓdēs Transliteration B: chaōdēs Transliteration C: chaodis Beta Code: xaw/dhs

English (LSJ)

ες,

   A like chaos, Dam.Pr.107.

Greek (Liddell-Scott)

χαώδης: -ες, ὅμοιος πρὸς χάος, ἡ χαώδης ἀπειρία καὶ ἡνωμένη ἀδιάκριτος σύμπηξις πάντων Δαμασκ. ἐν Wolf Anecd. Gr. τ. 3, σ. 235.

Greek Monolingual

-ες / χαώδης, -ῶδες, ΝΜ χάος
όμοιος με χάος
νεοελλ.
(ιδίως για κατάσταση) αυτός που εμφανίζει χάος, αυτός στον οποίο επικρατεί απόλυτη σύγχυση και αταξία, έκρυθμος, ανώμαλος.