Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χεδροπά

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2
Full diacritics: χεδροπά Medium diacritics: χεδροπά Low diacritics: χεδροπά Capitals: ΧΕΔΡΟΠΑ
Transliteration A: chedropá Transliteration B: chedropa Transliteration C: chedropa Beta Code: xedropa/

English (LSJ)

τά,

   A leguminous fruits, pulse, Hp.Nat.Puer.12, Arist. Mete.389a15, GA750a24, Thphr.HP8.2.2, CP4.7.2, al.; gen. χεδρόπων or χεδροπῶν, Arist.PA653a24, GA752a21.—Acc. sg. χέδροπα occurs in Python 1.12 (prob.), Porph.Abst.2.6, and nom. χέδροψ Hsch., and τοὺς καρποὺς τοὺς χέδροπας (v.l. χεδροπούς) is found in Arist.HA594b7: but the accent seems to point to sg. χεδροπός. (Perh. a compd. of χείρ, δρέπω, as if χερ-δροπά, plucked by the hand, cf. χειροδρόποι δ' ἵνα φῶτες ἄτερ δρεπάνοιο λέγονται ὄσπρια, χέδροπά τ' ἄλλα Nic.Th.752.)

Greek (Liddell-Scott)

χεδροπά: τά, οἱ καρποὶ τῶν ἐλλόβων φυτῶν, ὄσπρια, Ἀριστ. Μετεωρ. 4. 10, 14, π. Ζ. Γεν. 3. 1, 15, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 8. 2, 2, π. Φυτ. Αἰτ. 4. 7, 2, κ. ἀλλ.· γεν. χεδροπῶν Ἀριστ. π. Ζ. Μορ. 2 7, 16, π. Ζ. Γεν. 3. 2, 3. Ἡ ὀνομαστ. εἶναι ἄγνωστος· ὁ ἑνικ. χέδροψ ἢ χέδρωψ ἀπαντᾷ ἔν τινι σατυρικῷ ἀποσπάσματι παρ’ Ἀθην. 596Α, Πορφ. περὶ Ἀποχῆς Ἐμψύχ. 2. 6, καὶ παρ’ Ἡσύχ.· προσέτι δὲ ὑπάρχει τοὺς καρποὺς τὰς χέδροπας ἐν τῷ ὑπὸ τοῦ Βεκκήρου ἐκδοθέντι κειμένῳ τοῦ Ἀριστ. περὶ τὰ Ζ. Ἱστ. 8. 5, 3, ἀλλὰ μετὰ διαφόρ. γραφ. χεδροπούς· οὕτω καὶ κατὰ τὸν τονισμὸν φέρεται ὡς ὀξύτον. ἐν τῷ Οὐρβ. κώδ. τοῦ Θεοφρ. καὶ ἐν πλείστοις χωρίοις ἐκ τοῦ Ἀριστ. μνημονευομένοις, ὥστε πιθανῶς ὁ ἑνικὸς ἦτο χεδροπός, όν, (ἐπίθετ.), καὶ χεδροπὰ οὐδ. πληθ. (Λέγεται ὅτι προῆλθεν ἐκ συνθέσεως τῶν λέξ. χείρ, δρέπω, οἱονεὶ χειρόδροπες, διὰ τῆς χειρὸς δρεπόμενοι καρποί, ὡς τὸ Λατ. legumen· ὁ δὲ Νίκ. ἐν Θηρ. 752 λέγει, χειροδρόποι δ’ ἴνα φῶτες ἄτερ δρεπάνοιο λέγονται ὄσπρια, χέδροπά τ’ ἄλλα). - Καθ’ Ἡσύχ. «χεδροπά· ὄσπριόν τι, οἱ δὲ πανσπερμίαν», καί, «χέδροψ· πᾶν ὄσπριον, σπέρμα»

Greek Monolingual

τα, ΝΑ
νεοελλ.
βοτ. τα χεδρωπά
αρχ.
1. τα ελλοβόκαρπα φυτά και, ειδικότερα, ο καρπός τους, τα όσπρια
2. (κατά τον Ησύχ.) «ὄσπριον τι
oἱ δὲ πανσπερμίαν».
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η σύνδεση της λ. με το ρωσ. goroch «μπιζέλι» δεν θεωρείται πιθανή, ενώ η άποψη ότι ο τ. χεδροπά, πιθ. τ. ουδ. πληθ. του επιθ. χεδροπός, -όν, έχει προέλθει, με ανομοιωτική αποβολή του -ρ-, από τ. χερ-δροπά (< θ. χερ- της λ. χείρ + δρέπω, πρβλ. χειρο-δρόπος) με σημ. «κομμένα, μαζεμένα με το χέρι» είναι μάλλον παρετυμολογική].