Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χειμαίνω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: χειμαίνω Medium diacritics: χειμαίνω Low diacritics: χειμαίνω Capitals: ΧΕΙΜΑΙΝΩ
Transliteration A: cheimaínō Transliteration B: cheimainō Transliteration C: cheimaino Beta Code: xeimai/nw

English (LSJ)

aor. 1 ἐχείμηνα (v. infr.),

   A drive by a storm:—Pass., to be driven by a storm, be tempest-tossed, Hdt.8.118: metaph., φόβῳ κεχείμανται φρένες Pi.P.9.32.    2 metaph., disturb as by a storm, χειμαίνει ὁ χειμαζόμενος he who is himself in distress brings others into a like state, Arist.Po.1455a31; χειμαίνει δ' ὁ βαρὺς πνεύσας Πόθος AP12.157 (Mel.).    II intr., to be stormy, θάλασσα . . ἄγρια χειμήνασα ib.7.652 (Leon.)    2 impers., χειμαίνοντος when it is winter, Theoc.9.20.

German (Pape)

[Seite 1342] trans., wie χειμάζω, bes. durch Sturm bedrängen, bestürmen, u. pass. dem Sturm ausgesetzt sein, vom Sturme leiden, Her. 8, 118; auch übtr., φόβῳ κεχείμανται φρένες, die Seele ist von Furcht heftig bewegt, Pind. P. 9, 33; – intr., stürmisch sein, χειμήνασα θάλαττα Leon. Tar. 74 (VII, 652); u. übtr., πόθος Mel. 29. 45 (XII, 157. 167).

Greek (Liddell-Scott)

χειμαίνω: μέλλ. -ᾰνῶ, ὡς τὸ χειμάζω καὶ τὸ παθ. ὡς τὸ χειμάζομαι, πλώοντα δέ μιν ἄνεμον Στρυμονίην ὑπολαβεῖν μέγαν καὶ κυματίην· καὶ δή, μᾶλλον γάρ τι χειμαίνεσθαι, δηλ. χειμάζεσθαι, πάσχειν ἐκ τῆς τρικυμίας, Ἡρόδ. 8. 118· μεταφορ., φόβῳ κεχείμανται φρένες Πινδ. Π. 9. 57. 2) μεταφορ. ὡσαύτως, διαταράττω ὡς διὰ καταιγίδος, χειμαίνει ὁ χειμαζόμενος, ὁ ἐν καταστάσει θυελλώδεις εὑρισκόμενος φέρει καὶ ἄλλους εἰς ὁμοίαν κατάστασιν, Ἀριστ. Ποιητ. 17, 3· χειμαίνει δ’ ὁ βαρὺς πνεύσας Πόθος Ἀνθ. Παλατ. 12. 157. ΙΙ. ἀμεταβ., εἶμαι τρικυμιώδης, θάλασσα .. ἄγρια χειμήνασα αὐτόθι 7. 652· ― ἀπροσ. ὡς τὸ χειμάζει, χειμαίνοντος, ὅταν εἶναι ὁ καιρὸς θυελλώδης, Θεόκρ. 9, 20.

French (Bailly abrégé)

ao. ἐχείμηνα ; pf. Pass. κεχείμασμαι;
agiter, ballotter en parl. d’une tempête.
Étymologie: χεῖμα.

English (Slater)

χειμαίνω pass.,
   1 be stormtossed met. “φόβῳ δ' οὐ κεχείμανται φρένες” (P. 9.32)

Greek Monolingual

Α χεῑμα
1. εκθέτω κάτι στις δυσμενείς καιρικές συνθήκες του χειμώνα, χειμάζω
2. (αμτβ.) (για θάλασσα) είμαι φουρτουνιασμένος («θάλασσα... ἄγρια χειμήνασσα», Ανθ. Παλ.)
3. (ως τριτοπρόσ.) χειμαίνει
κάνει βαρυχειμωνιά
4. μτφ. (για πρόσ.) διαταράσσω την ψυχική ηρεμία κάποιου, ταλαιπωρώ, βασανίζω
5. παθ. χειμαίνομαι
(κυρίως για πλοίο) ταλαιπωρούμαι από τρικυμία.

Greek Monotonic

χειμαίνω: μέλ. -ᾰνῶ (χεῖμα
I. παρασύρομαι από καταιγίδα — Παθ., παρασύρομαι από καταιγίδα, συνταράσσομαι, λέγεται για πλοίο, σε Ηρόδ.· μεταφ., φόβῳ κεχείμανται φρένες, σε Πίνδ.
II. αμτβ., είμαι τρικυμιώδης, θάλασσα ἄγρια χειμήνασα, σε Ανθ.· απρόσ., χειμαίνοντος, όταν ο καιρός είναι τρικυμιώδης, σε Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

χειμαίνω:
1) (о буре) метать, бросать, кидать, волновать (тж. перен.): καὶ δὴ μᾶλλον γάρ τι χειμάζεσθαι Her. (рассказывают, что) когда буря стала все усиливаться …; χειμαίνει ὁ χειμαζόμενος Arst. кто (сам) волнуется, волнует других; φόβῳ κεχείμανται φρένες Pind. душа охвачена страхом;
2) быть бурным, бушевать, волноваться (θάλασσα χειμήνασα, χειμαίνει ὁ πόθος Anth.): χειμάνοντος Theocr. в непогоду или зимой.

Middle Liddell

χειμαίνω, χεῖμα
I. to drive by a storm:—Pass. to be driven by a storm, be tempest-tost, of a ship, Hdt.; metaph., φόβῳ κεχείμανται φρένες Pind.
II. intr. to be stormy, θάλασσα ἄγρια χειμήνασα Anth.: —impers., χειμαίνοντος when it is stormy, Theocr.