Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χιλήγονος

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες -> The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Full diacritics: χῑλήγονος Medium diacritics: χιλήγονος Low diacritics: χιλήγονος Capitals: ΧΙΛΗΓΟΝΟΣ
Transliteration A: chilḗgonos Transliteration B: chilēgonos Transliteration C: chiligonos Beta Code: xilh/gonos

English (LSJ)

ον,

   A grown as fodder for cattle, Nic.Al.424.

German (Pape)

[Seite 1355] zum Futter für das Vieh geschaffen, v. l. für σιτήγονος, Nic. Al. 424.

Greek (Liddell-Scott)

χῑλήγονος: -ον, ὁ φυόμενος ὡς τροφὴ τῶν βοσκημάτων, Νικ. Ἀλεξιφ. 429.

Greek Monolingual

-ον, Α
αυτός που φυτρώνει ως τροφή για τα ζώα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ποιητ. τ. σχηματισμένος < χιλός «χλωρή τροφή για υποζύγια» + -γονος (< γόνος < γίγνομαι) πρβλ. καρπο-γόνος. Το -η- του τ. για μετρικούς λόγους προς αποφυγή τών αλλεπάλληλων βραχειών συλλαβών].