Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χιλιάζω

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: χῑλιάζω Medium diacritics: χιλιάζω Low diacritics: χιλιάζω Capitals: ΧΙΛΙΑΖΩ
Transliteration A: chiliázō Transliteration B: chiliazō Transliteration C: chiliazo Beta Code: xilia/zw

English (LSJ)

   A to be a thousand years old, Tz.H.9.656.

Greek (Liddell-Scott)

χῑλιάζω: γίνομαι χιλιετὴς τὴν ἡλικίαν, οὐαὶ σοί, ὦ ἑπτάλοφε (Ρώμη), ὅτι οὐ χιλιάσεις Τζέτζ. Ἱστ. 9. 656.

Greek Monolingual

ΝΜ χίλιοι
1. (αμτβ.) είμαι ή γίνομαι χιλίων ετών
2. (μτβ.) α) αυξάνω σε χίλια
β) (κατ' επέκτ.) αυξάνω σε μεγάλο αριθμό, πολλαπλασιάζω
νεοελλ.
φρ. «να τά χιλιάσεις»
(ως ευχή) να ζήσεις πολλά χρόνια.