Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χιλιάζω

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: χῑλιάζω Medium diacritics: χιλιάζω Low diacritics: χιλιάζω Capitals: ΧΙΛΙΑΖΩ
Transliteration A: chiliázō Transliteration B: chiliazō Transliteration C: chiliazo Beta Code: xilia/zw

English (LSJ)

   A to be a thousand years old, Tz.H.9.656.

Greek (Liddell-Scott)

χῑλιάζω: γίνομαι χιλιετὴς τὴν ἡλικίαν, οὐαὶ σοί, ὦ ἑπτάλοφε (Ρώμη), ὅτι οὐ χιλιάσεις Τζέτζ. Ἱστ. 9. 656.

Greek Monolingual

ΝΜ χίλιοι
1. (αμτβ.) είμαι ή γίνομαι χιλίων ετών
2. (μτβ.) α) αυξάνω σε χίλια
β) (κατ' επέκτ.) αυξάνω σε μεγάλο αριθμό, πολλαπλασιάζω
νεοελλ.
φρ. «να τά χιλιάσεις»
(ως ευχή) να ζήσεις πολλά χρόνια.