Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χοανεύω

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: χοᾰνεύω Medium diacritics: χοανεύω Low diacritics: χοανεύω Capitals: ΧΟΑΝΕΥΩ
Transliteration A: choaneúō Transliteration B: choaneuō Transliteration C: choaneyo Beta Code: xoaneu/w

English (LSJ)

contr. χωνεύω, (χόανος)

   A cast in a mould, χοανεύει Ar. Th.57, cf. 62 (both anap.): c. acc., cast, form by casting, χωνεύσεις . . βάσεις χαλκᾶς LXX Ex.26.37, cf. 2 Ch.4.3, al.:—Med., διέχεαν χαλκὸν πρῶτοι καὶ ἀλάλματα ἐχωνεύσαντο Ῥοῖκος κτλ. Paus.8.14.8.    II smelt or cast metal, LXX 2 Ch.34.17:—Pass., χωνευθείς Plb.34.9.11, D.S.5.35; ὑπὸ τοῦ πυρὸς κεχωνευμένος Id.16.45; κεχ. ἀργύριον Plu.Luc.37.    III metaph., get together, ἀργύριον LXX 4 Ki.22.9.    IV v. χωνεύω 11.

German (Pape)

[Seite 1361] zsgzgn χωνεύω, Metall schmelzen und gießen, Ar. Th. 57. 62.

Greek (Liddell-Scott)

χοᾰνεύω: συνῃρ. χωνεύω, χύνω εἰς τύπον, εἰς μήτραν (χόανον)· χοανεύει Ἀριστ. Θεσμ. 57, πρβλ. 62· μετ’ αἰτ., χύνω εἰς τύπον, μήτραν, χωνεύσεις .. βάσεις χαλκᾶς Ἑβδ. (Ἔξ. ΚϚ΄, 37, πρβλ. Β΄ Παραλ. Β΄, 4, κ. ἀλλ.). - Μέσ., διέχεαν χαλκὸν πρῶτοι καὶ ἀγάλματα ἐχωνεύσαντο Ροῖκος κλπ. Παυσ. 8. 14, 8. ΙΙ. χωνεύω, καμινεύωχύνω μέταλλον, Ἑβδ. (Β΄, Παραλ. ΛΔ΄, 17)· - Παθ., χωνευθεὶς Πολύβ. 34. 9, 11, Διόδ. 5. 35 κεχωνευμένος ὁ αὐτ. 16. 45, Πλουτ. Λούκουλ. 37.

French (Bailly abrégé)

fondre un métal, verser un métal en fusion;
Moy. χοανεύομαι m. sign.
Étymologie: χοάνη.

Greek Monolingual

Α
βλ. χωνεύω.

Greek Monotonic

χοᾰνεύω: συνηρ. χωνεύω,
I. χύνω μέσα σε καλούπι (χόανος), σε Αριστοφ.
II. χύνω μέταλλο — Παθ., κεχωνευμένος, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

χοᾰνεύω: стяж. χωνεύω отливать в форму, выплавлять (τι Arph., Polyb.): χωνευθείσης τῆς φύσεως Diod. когда руда плавилась; κεχωνευμένον ἀργύριον Plut. серебро в слитках.

Middle Liddell

χοᾰνεύω,
I. to cast into a mould (χοάνοσ), Ar.
II. to cast metal:—Pass., κεχωνευμένος Plut. [from χοά˘νη]