Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χοροδιδάσκαλος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: χοροδῐδάσκᾰλος Medium diacritics: χοροδιδάσκαλος Low diacritics: χοροδιδάσκαλος Capitals: ΧΟΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ
Transliteration A: chorodidáskalos Transliteration B: chorodidaskalos Transliteration C: chorodidaskalos Beta Code: xorodida/skalos

English (LSJ)

ὁ,

   A trainer of the chorus, Ar.Ec.809, Pl.Lg.812e, 655a, SIG450.5 (Delph., iii B. C.), etc.

German (Pape)

[Seite 1366] ὁ, der den Chor in Tanz und Gesang unterrichtet und zur Vorstellung auf dem Theater vorbereitet, übh. der den Chor einübt, welches Geschäft dem Dichter selbst oblag; Ar. Eccl. 809; Plat. Legg. II, 655 a VII, 812 e; Arist. pol. 3, 9. – Aber auch = χοραγός, κορυφαῖος, weil die ältern tragischen Dichter häufig in ihren eigenen Stücken mitspielten u. Vortänzer od. Vorsänger waren.

Greek (Liddell-Scott)

χοροδῐδάσκᾰλος: ὁ, ὁ γυμνάζων τὸν χορὸν εἰς τὴν μετὰ τοῦ προσήκοντος ῥυθμοῦ ὄρχησιν καὶ ᾠδὴν καὶ παρασκευάζων αὐτὸν διὰ τὰς ἐν τῷ θεάτρῳ δημοσίας παραστάσεις, διδάσκαλος τοῦ χοροῦ, Ἀριστοφ. Ἐκκλ. 809, Πλάτ. Νόμ. 812Ε, 655Α, πρβλ. Δημ. 520. 8· ― τὸ ἔργον τοῦτο κατ’ ἀρχὰς ἐτέλει αὐτὸς ὁ ποιητής· ἴδε διδάσκω ΙΙΙ, διδασκαλία ΙΙ.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
directeur de chœur, qui préside aux exercices et aux répétitions.
Étymologie: χορός, διδάσκαλος.

Greek Monolingual

ο, ΝΜΑ
(στην αρχ. Αθήνα) αυτός που προετοίμαζε τον χορό του θεάτρου για τις δημόσιες παραστάσεις
νεοελλ.
δάσκαλος χορών.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χορός + διδάσκαλος.

Greek Monotonic

χοροδῐδάσκᾰλος: ὁ, αυτός που ασκεί τον χορό στην κίνηση και το τραγούδι, δάσκαλος χορού, σε Αριστοφ., Δημ.· ο ποιητής ήταν ο κατ' εξοχήν εκτελεστής αυτού του έργου, βλ. διδάσκω II.

Russian (Dvoretsky)

χοροδιδάσκᾰλος: ὁ хородидаскал, преподаватель хорового искусства Arph., Plat., Dem., Arst.

Middle Liddell

χορο-δῐδάσκᾰλος, ὁ,
the person who trained the chorus to dance and sing, the chorus-master, Ar., Dem.:— this was originally the Poet himself, v. διδάσκω II.