Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χραισμήτωρ

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: χραισμήτωρ Medium diacritics: χραισμήτωρ Low diacritics: χραισμήτωρ Capitals: ΧΡΑΙΣΜΗΤΩΡ
Transliteration A: chraismḗtōr Transliteration B: chraismētōr Transliteration C: chraismitor Beta Code: xraismh/twr

English (LSJ)

ορος, ὁ,

   A protector, prob. in Nonn.D.33.369.

German (Pape)

[Seite 1368] ορος, ὁ, der abwehrt, Helfer, Beistand, Nonn.

Greek (Liddell-Scott)

χραισμήτωρ: -ορος, ὁ, βοηθός, ὑπερασπιστής, χραισμήτορα φωτῶν Νόνν. Εὐαγγ. κ. Ἰωάνν. 81.

Greek Monolingual

-ορος, ὁ, ΜΑ
1. βοηθός, προστάτης, υπερασπιστής
2. εκκλ. προσωνυμία του Ιησού Χριστού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χραισμῶ «προστατεύω, βοηθώ» + κατάλ. -τωρ (πρβλ. γεννή-τωρ)].