Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χρειακός

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241
Full diacritics: χρειᾰκός Medium diacritics: χρειακός Low diacritics: χρειακός Capitals: ΧΡΕΙΑΚΟΣ
Transliteration A: chreiakós Transliteration B: chreiakos Transliteration C: chreiakos Beta Code: xreiako/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A serving, χρειακοί crew of a boat, opp. κυβερνῆται, Peripl.MRubr.16; χρεακοί (in more general sense) BGU14 ii 9 (iii A. D.).

German (Pape)

[Seite 1370] einem Bedürfniß abhelfend, nützlich, dienlich, dah. χρειακοί, Diener, die man braucht, Arrian. peripl. erythr. p. 10.

Greek (Liddell-Scott)

χρειᾰκός: -ή, -όν, ὑπηρετῶν, ὑπηρετικός· χρειακοί, ὑπηρέται, κυβερνήταις καὶ χρειακοῖς Ἄραψι χρώμενοι Ἀρριαν. Περίπλ. Ἐρυθρ. Θαλ. σ. 10.

Greek Monolingual

και χρεακός, -ή, -όν, Α
1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην χρεία
2. (το αρσ. πληθ. ως ουσ.) οἱ χρειακοί
τα μέλη του πληρώματος ενός πλοίου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χρεία + κατάλ. -ακός (πρβλ. κυρι-ακός, πεδι-ακός)].