Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χρεμετίζω

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Full diacritics: χρεμετίζω Medium diacritics: χρεμετίζω Low diacritics: χρεμετίζω Capitals: ΧΡΕΜΕΤΙΖΩ
Transliteration A: chremetízō Transliteration B: chremetizō Transliteration C: chremetizo Beta Code: xremeti/zw

English (LSJ)

   A neigh, whinny, of horses, Il.12.51, Hdt.3.86,87, Pl. R.396b, Phdr.254d, Jul.Mis.366a: metaph. of lewd men, χ. ἐπὶ γυναῖκα LXX Je.5.8.—In Hes.Sc.348 we have a shorter form of 3pl. aor. 1, χρέμισαν, asif from χρεμίζω. (Cf. χρόμη, χρόμαδος, OE.gremettan, grymettan 'to roar', OSlav. vǔz-grǐmèti 'to thunder'.)

German (Pape)

[Seite 1370] wiehern, vom Pferde, Il. 12, 51, Plat. Phaedr. 254 d Rep. III, 395 b u. Sp.; – übh. Getöse, Geräusch machen, Sp. – S. die Vorigen u. χρεμίζω.

Greek (Liddell-Scott)

χρεμετίζω: «χλιμιντρῶ», Λατ. lunnire, ἐπὶ ἵππων, Ἰλ. Μ. 51, Ἡρόδ. 3. 86, 87, Πλάτ. 396Β, Φαῖδρ. 254D· μεταφορ., ἐπὶ λάγνων ἢ ἀσελγῶν ἀνδρῶν, χρ. ἐπὶ γυναῖκα Ἑβδ. (Ἱερεμ. Ε΄, 80· οὕτως, οὐ χρεμετιστέον ἐπὶ γυν. Ἰουστίν. Μάρτ. Ἐπιστ. πρὸς Ζηνᾶν § 16. - Ἐν Ἡσ. Ἀσπ. Ἡρ. 348 ἔχομεν συντομώτερον τύπον τοῦ γ΄ πληθ. ἀορ. α΄ χρέμισαν, ὥσπερ ἐξ ἐνεστ. χρεμίζω· ἐν Καλλ. Ἀποσπ. 352, ὑπάρχει γ΄ ἑνικ. χρεμετᾷ ἐξ ἐνεστ. χρεμετάω· καὶ ἐν Ὀππ. Κυν. 1. 234, Ἀνθ. Π. 9. 295, μετοχ. χρεμέθων ἐξ ἐνεστ. χρεμέθω. Ἐκ τῆς √ΧΡΕΜ παράγονται αἱ λέξεις χρόμη, χρόμαδος καὶ χρέμπτομαι· πρβλ. Γερμ. gram-izzôn («μουρμουρίζω»), ga-grim (τρίζω) Σλαυ. grim-ati (ἠχῶ)· - ἴσως συγγενειάζουσι καὶ τὰ ἐν τῇ κωμῳδίᾳ ὀνόματα Χρέμης, Χρεμύλος καὶ τὸ Ἀρχ. Σκανδιν. grimm- r (ἄγριος), Ἀρχ. Γερμ. gram, grimm-ida· κλπ.).

French (Bailly abrégé)

impf. poét. χρεμέτιζον, ao. ἐχρεμέτισα;
hennir.
Étymologie: DELG onomatopée.

English (Autenrieth)

neigh, whinny, Il. 12.51†.

Greek Monolingual

ΝΑ
(για άλογα) χλιμιντρίζω
αρχ.
μτφ. (για άνδρα) εκβάλλω ερωτική κραυγή.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. χρεμετίζω και οι υπόλοιποι συγγενείς τ. θα πρέπει να αναχθούν σε μια ΙΕ ρίζα ghrem- «ηχώ δυνατά, βροντώ, μουγκρίζω, είμαι οργισμένος» —πιθ. προϊόν ονοματοποιίας— η οποία έλαβε στην Ελληνική την ειδικότερη σημ. «χλιμιντρίζω» και απέκτησε έναν έντονα εκφραστικό χαρακτήρα, όπως υποδηλώνουν τόσο η ποικιλία τών υστερογενών εκφραστικών τ. ενεστώτα (πρβλ. χρεμετίζω, χρεμίζω, χρεμέθω) όσο και η χρησιμοποίηση τ. της οικογένειας αυτής (πρβλ. χρέμυς, χρόμις, χρόμιος, χρέμης), για να δηλωθούν διάφορα είδη ψαριών. Πρωτόθετη λ. της οικογένειας αυτής θα πρέπει να θεωρηθεί ένας ρηματ. τ. χρέμω, στον οποίο οδηγούν οι παρ. τ. χρόμος, χρόμη, που εμφανίζουν την ετεροιωμένη βαθμίδα της ρίζας (πρβλ. το σχήμα νέμω: νόμος: νομή) και οι εκφραστικοί τ. ενεστ. χρεμετίζω, χρεμίζω, χρεμέθω. Ειδικότερα, ο τ. χρεμετίζω / χρεμετῶ έχει σχηματιστεί κατά τους ενεστ. σε -ετ-ίζω / -ετ-άω, πρβλ. αἱρ-ε-τ-ί-ζω, ναι-ε-τ-άω (πρβλ. και τον τ. Χρεμέτης, ονομ. ενός ποταμού), ο τ. χρεμ-ίζω κατά τα ρ. σε -ίζω (πρβλ. το ζεύγος γέμω: γεμίζω) και ο τ. χρεμέθω με επίθημα -έ-θω (πρβλ. το ζεύγος φλέγω: φλεγέθω). Ο αρχικός αυτός τ. χρέμω, τέλος, θα μπορούσε να συνδεθεί με τ. άλλων γλωσσών, όπως: λετον. gremju, gremt «βροντώ, μουρμουρίζω, απειλώ», ρωσ. gremlju, gremet «βροντώ, κροταλίζω», αρχ. άνω γερμ. gremmen «οργίζομαι, θυμώνω»].

Greek Monotonic

χρεμετίζω: μέλ. -σω, χλιμιντρίζω, χρεμετίζω, Λατ. hinnire, λέγεται για άλογα, σε Ομήρ. Ιλ., Ηρόδ. κ.λπ. (ηχομιμ. λέξη).

Russian (Dvoretsky)

χρεμετίζω: ржать Hom., Her., Plat.

Middle Liddell

χρεμετίζω, fut. -σω
to neigh, whinny, Lat. hinnire, of horses, Il., Hdt., etc. [Formed from the sound.]

Frisk Etymology German

χρεμετίζω: {khremetízō}
Grammar: v.
Meaning: wiehern (Μ 51, Hdt., Pl., LXX, Q. S. u.a.)
Composita : vereinzelt m. ὑπο-, ἐν-,
Derivative: mit χρεμετισμός m. das Wiehern (Ar. in lyr., LXX, D. H.), -ισμα n. ib. (AP, Iamb. Bab.), -ιστικός zum Wiehern geneigt, gern wiehernd (Ph., S. E., Plu. u.a.). Daneben χρεμέθω, auch m. ἐπι-, ib. (A. R., Q. S., Opp., AP), -ίζω, nur Aor. 3. pl. χρέμισαν (Hes. Sc. 348), χρεμετᾷ· ἠχεῖ H. neben Χρεμέτης m. N. eines Flusses in Libyen (Arist., Nonn.; Fraenkel Nom. ag. 2, 59). — Dazu noch mehrere Nomina: 1. χρόμος· ψόφος ποιός. οἱ δὲ χρεμετισμός und χρόμη· φρυαγμός, ὁρμή, θράσος H. 2. χρόμαδος (γενύων) das Knirschen (Ψ 688; wie ὅμαδος, κέλαδος u.a.). 3. Fischnamen (nach den Naturlauten; Strömberg 65 ff.): χρόμις, auch χρόμιος m. f. (Anan., Epich., Arist. u.a.), χρέμης, -ητος m. (Opp., Ael.), auch χρέμυς (-ύς?)· ὁ ὀνίσκος ἰχθῦς H., Arist. (v. l. κρ-), nach ἐμύς, χέλυς; zur Sache Thompson Fishes s. χρόμις. 4. Zahlreiche PN bzw. Spitznamen, z.B. Χρέμης, Χρέμων, Χρεμύλος, Χρομίος, Χρόμις, Χρομύλος. — Für sich steht, in der Bed. etwas abweichend, χρέμπτομαι, Aor. χρέμψασθαι, auch m. Präfix, z.B. ἀνα-, ἀπο-, κατα-, ἐπι-, sich räuspern, aushusten, ausspucken (ion. att.) mit ἀνά-, ἀπόχρεμψις f. das Aushusten (Hp.), χρέμμα (ἀνά-, ἔν-) n. Schleimauswurf (Hp. u.a.). Als Rückbildung noch χρέμψ Fischname (Strömberg 67)?
Etymology : Als Grundlage der obigen Wörter ist ein primäres Verb *χρέμω (vgl. βρέμω, lat. fremō; davon χρόμος u.a.) anzusetzen, das indessen verschiedenen volkstümlichexpressiven Erweiterungen auszuweichen hatte: χρεμίζω (: γεμίζω, στεναχίζω, ἐρεθίζω), -έθω (: φλεγέθω, τελέθω), -ετάω, -ετίζω (: Χρεμέτης, ναιετάω, αἱρετ-ίζω, ἐρατ-ίζω, τερετίζω). — Eine Sonderstellung hat χρέμπτομαι (-πτ- lautmalend wie in πτύω?); vielleicht gehört es überhaupt nicht hierher (vgl. W. -Hofmann s. scratta mit einer anderen Hypothese). — Ohne genaue außergriechische Entsprechung. Zum Vergleich bieten sich indessen in erster Linie mehrere lautbezeichnende Verba aus dem Baltischen und Slavischen mit wechselndem Ablaut wie lit. grumù, -ė́ti dumpf dröhnen, rollen, brummen, gramù, -ė́ti mit Gepolter in die Tiefe fallen, lett. gremju, gremt, gew. refl. grem̃tiês murmeln, in Affekt reden, drohen, aksl. grьmljǫ, grьměti ’βροντᾶν, donnern’, russ. gremljú, gremétь donnern, klirren, rasseln mit aksl. gromъ, russ. grom Donner (= χρόμος). Dazu zahlreiche Ausdrücke des Zürnens und des Grollens im Germ., die ursprünglich dann die damit verbundenen Lautgebärden, das Brummen, das Zähneknirschen od. ähnl., bezeichnet haben müssen, z.B. awno. grimmr grimmig, erregt, ahd. grim wild, grausam (urg. *grimma- mit expressiver Gemination, idg. *ghrem(m)o-), awno. gramr, ahd. gram ergrimmt (urg. *grama- < idg. *ghromo-) mit got. gramjan, ahd. gremman erzürnen, erbittern. Dieselbe übertragene Bed. zeigen zwei iran. Partizipien : aw. graməntąm Gen. pl. ‘deren, die (uns) grimm sind’ (= *χρεμόντων; Ind. *gramaiti), granta- ergrimmt, ebenso wie npers. γaram Grimm. — Weitere Formen m. reicher Lit. bei WP. 1, 655f., Pok. 458f., dazu Fraenkel und Vasmer s.vv.; ält. Lit. auch bei Bq.
Page 2,1116-1117