Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χρηματικός

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: χρημᾰτικός Medium diacritics: χρηματικός Low diacritics: χρηματικός Capitals: ΧΡΗΜΑΤΙΚΟΣ
Transliteration A: chrēmatikós Transliteration B: chrēmatikos Transliteration C: chrimatikos Beta Code: xrhmatiko/s

English (LSJ)

ή, όν, (χρήματα) A of money or in money, χρηματική ζημία a money fine, J.AJ11.5.1, Plu.Dem. 27; χρηματικά συμβόλαια = money contracts, Id.Lyc.13; οἱ χρηματικοί = the moneyed men, Id.Sol.14; χρηματική πενία Id.2.524e; χρηματική δίκη POxy.237 viii 13 (ii A. D.); χρηματική δόσις BGU473.9 (ii/iii A. D.). Adv. χρηματικῶς, civiliter, Gloss.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1374] zum Vermögen, zum Gelde gehörig, dasselbe betreffend; οἱ χρηματικοί, die Reichen, Plut. Sol. 14; χρ. δωρεά, Geldgeschenk, ζημία, Geldstrafe, Plut. Dem. 27; ἀγών, ein Wettkampf, bei dem ein Geldpreis ausgesetzt ist.

Greek (Liddell-Scott)

χρημᾰτικός: -ή, -όν, (χρήματα) ὁ ἀνήκων ἢ ἁρμόζων εἰς χρήματα, χρ. ζημία, συνισταμένη εἰς χρήματα, χρηματικὸν πρόστιμον, Πλουτ. Δημ. 27· χρ. συμβόλαια, ὁ αὐτ. ἐν Λυκούργῳ 13· οἱ χρηματικοί, οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες, πλούσιοι, ὁ αὐτ. ἐν Σόλωνι 14· χρ. πενία ὁ αὐτ. 2. 524Ε. - Ἐπίρρ. -κῶς, διὰ πολιτικῆς διαδικασίας, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν διὰ κακουργιοδικείου, (ἐγκληματικῶς), ὡς δικανικὸς ὅρος τῶν Βυζ.

French (Bailly abrégé)

ή, όν :
qui concerne l’argent : χρηματικὴ ζημία PLUT amende d’argent ; οἱ χρηματικοί, les hommes d’argent, càd ceux qui possèdent, les riches ; ou ceux qui ne cherchent qu’à acquérir, les hommes cupides.
Étymologie: χρῆμα.

Greek Monolingual

-ή, -ό / χρηματικός, -ή, -όν, ΝΑ χρῆμα, χρήματος]
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στα χρήματα (α. «χρηματική αμοιβή» β. «χρηματικὴ ζημία», Πλούτ.)
νεοελλ.
φρ. α) «χρηματική ποινή»
i) (ποιν. δικ.) ποινή η οποία συνίσταται στην, υπέρ του δημοσίου, καταβολή ορισμένου, σύμφωνα με τον νόμο, χρηματικού ποσού από τον δράστη ορισμένου εγκλήματος
ii) (πολ. δικ.) δικαστικό μέσο που έχει ως σκοπό να εξαναγκάσει ένα πρόσωπο σε ορισμένη πράξη, παράλειψη ή ανοχή ή επιβάλλεται ως κύρωση σε περίπτωση ανυπακοής και ανάρμοστης, γενικώς, συμπεριφοράς σε μια δίκη
β) «χρηματική αποζημίωση» — αποζημίωση σε χρήμα
γ) «χρηματικό ένταλμα» — εντολή πληρωμής ή και προπληρωμής προς το δημόσιο ταμείο, που εκδίδεται από τα αρμόδια, σύμφωνα με τον νόμο, όργανα
δ) «χρηματικό κεφάλαιο»
(οικον.) η χρηματική αξία αγαθών που συναποτελούν το πραγματικό κεφάλαιο
ε) «χρηματικός φετιχισμός»
(οικον.) μαρξιστικός όρος αναφερόμενος στη σημασία που έχει στο σύστημα της ελεύθερης αγοράς το χρήμα ως προϊόν, του οποίου η τιμή πώλησης προσδιορίζεται από τις δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησής του
αρχ.
(το αρσ. πληθ. ως ουσ.) οἱ χρηματικοί
οι κάτοχοι πολλών χρημάτων, οι πλούσιοι άνθρωποι.
επίρρ...
χρηματικώς /χρηματικῶς, ΝΜ, και χρηματικά Ν
νεοελλ.
σχετικά με χρήματα ή σε χρήματα ή με χρήματα («αποζημιώθηκε χρηματικώς»)
μσν.
(ως νομ. όρος) με πολιτική διαδικασία.

Greek Monotonic

χρημᾰτικός: -ή, -όν (χρῆμα), αυτός που ανήκει ή ταιριάζει στα χρήματα· χρηματικὴ ζημία, χρηματικό πρόστιμο, σε Πλούτ.· χρηματικὰ συμβόλαια, χρηματικά συμβόλαια, στον ίδ.· οἱ χρηματικοί, οι πλούσιοι άνθρωποι, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

χρημᾰτικός:
1) денежный, имущественный, материальный: χρηματικὴ ζημία Plut. денежный штраф; χρηματικὰ συμβόλαια Plut. денежные сделки; χρηματικὴ πενία Plut. материальная скудость;
2) занимающийся денежными операциями, ищущий наживы (ἀνήρ Plut.).
II ὁ богач Plut.

Middle Liddell

χρημᾰτικός, ή, όν χρῆμα
of or for money, χρ. ζημία a money fine, Plut.; χρ. συμβόλαια money contracts, Plut.; οἱ χρηματικοί the moneyed men, Plut.