Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χρονοτριβώ

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

χρονοτριβῶ, -έω, ΝΜΑ
καθυστερώ, αργοπορώ, χασομερώ
αρχ.
παρατείνω κάτι επί μακρό χρονικό διάστημα, συνεχίζω κάτι για πολύ χρόνο («χρονοτριβεῖν τὸν πόλεμον ἐλπίζων», Πλούτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < χρόνος + -τριβῶ (< -τρίβης < τρίβω), πρβλ. παιδο-τριβῶ].