Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χρονοτριβώ

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

χρονοτριβῶ, -έω, ΝΜΑ
καθυστερώ, αργοπορώ, χασομερώ
αρχ.
παρατείνω κάτι επί μακρό χρονικό διάστημα, συνεχίζω κάτι για πολύ χρόνο («χρονοτριβεῑν τὸν πόλεμον ἐλπίζων», Πλούτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < χρόνος + -τριβῶ (< -τρίβης < τρίβω), πρβλ. παιδο-τριβῶ].