Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χρονοτριβώ

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

χρονοτριβῶ, -έω, ΝΜΑ
καθυστερώ, αργοπορώ, χασομερώ
αρχ.
παρατείνω κάτι επί μακρό χρονικό διάστημα, συνεχίζω κάτι για πολύ χρόνο («χρονοτριβεῑν τὸν πόλεμον ἐλπίζων», Πλούτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < χρόνος + -τριβῶ (< -τρίβης < τρίβω), πρβλ. παιδο-τριβῶ].