Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χτένι

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

το / κτένιον, ΝΜΑ, και κτένι Ν, και κτένιν Μ
εργαλείο που φέρει στη μία, ιδίως, πλευρά, πυκνές οδοντωτές προεξοχές για τον χωρισμό και την τακτοποίηση τών μαλλιών, η τσατσάρα
νεοελλ.
1. εξάρτημα του αργαλειού, που διαχωρίζει τις κλωστές του στημονιού («βάνει φωτιά στον αργαλειό, στο φιλντισένιο χτένι», δημ. τραγούδι)
2. η τσουγγράνα
3. εργαλείο με χοντρές, αραιές, οδοντωτές προεξοχές για το μάζεμα της ελιάς
4. εργαλείο για την ξάνση μαλλιού, λανάρι
5. ζωολ. κοινή ονομασία τών εδώδιμων θαλάσσιων δίθυρων μαλακίων της οικογένειας πεκτινίδες
6. φρ. «έφτασε ο κόμπος στο χτένι» — δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση ή εξαντλήθηκε η υπομονή μου
αρχ.
1. το εφήβαιο
2. (κατά τον Ησύχ.) «κτένια
τῶν κιθαρῶν oἱ ὑπερέχοντες ἀγκῶνες».
[ΕΤΥΜΟΛ. < κτείς, κτενός (για τον νεοελλ. τ. χτένι, πρβλ. κτένα: χτένα)].