Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χωλοποιός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: χωλοποιός Medium diacritics: χωλοποιός Low diacritics: χωλοποιός Capitals: ΧΩΛΟΠΟΙΟΣ
Transliteration A: chōlopoiós Transliteration B: chōlopoios Transliteration C: cholopoios Beta Code: xwlopoio/s

English (LSJ)

όν,

   A making lame, of Euripides, as being fond of introducing lame men upon the stage, Ar.Ra.846.

German (Pape)

[Seite 1386] lähmend, von Euripides, der Lahme auf die Bühne brachte, Ar. Ran. 845.

Greek (Liddell-Scott)

χωλοποιός: -όν, ὁ ποιῶν χωλούς, ἐπὶ τοῦ Εὐριπίδου ὡς φιλοῦντος νὰ παρουσιάζῃ χωλοὺς ἐπὶ τῆς σκηνῆς, Ἀριστοφ. Βάτρ. 846.

French (Bailly abrégé)

ός, όν :
qui fait boiter.
Étymologie: χωλός, ποιέω.

Greek Monolingual

-όν, ΜΑ
(ειρωνικά για τον Ευριπίδη) αυτός που κάνει κουτσούς τους ήρωές του, που παρουσιάζει στη σκηνή πρόσωπα τα οποία κουτσαίνουν
μσν.
ο χωλόπους.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χωλός + -ποιός].

Greek Monotonic

χωλοποιός: -όν (ποιέω), αυτός που κάνει κάποιον κουτσό, λέγεται για τον Ευριπίδη, καθώς αρέσκεται να παρουσιάζει ανάπηρους ανθρώπους στη σκηνή, σε Αριστοφ.

Russian (Dvoretsky)

χωλοποιός: ὁ «хромодел» (ирон. прозвище Эврипида, выводившего в своих трагедиях хромых героев: Беллерофонта, Филоктета и Телефа) Arph.

Middle Liddell

χωλο-ποιός, όν ποιέω
making lame, of Euripides, as being fond of introducing lame men upon the stage, Ar.