Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χωματεπείκτης

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: χωμᾰτεπείκτης Medium diacritics: χωματεπείκτης Low diacritics: χωματεπείκτης Capitals: ΧΩΜΑΤΕΠΕΙΚΤΗΣ
Transliteration A: chōmatepeíktēs Transliteration B: chōmatepeiktēs Transliteration C: chomatepeiktis Beta Code: xwmatepei/kths

English (LSJ)

ου, ὁ,

   A supervisor of dyke-building, POxy. 1469.20 (iii A. D.), etc.: written χωματεπέκτης in Hsch., χωματεπίκτης in Cyr.

Greek Monolingual

και χωματεπέκτης και χωματεπίκτης, ὁ, Α
επιστάτης της κατασκευής φραγμάτων στις διώρυγες του Νείλου.
[ΕΤΥΜΟΛ. < χῶμα, χώματος + ἐπείκτης «επιστάτης έργου»].