Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χόανος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: χόᾰνος Medium diacritics: χόανος Low diacritics: χόανος Capitals: ΧΟΑΝΟΣ
Transliteration A: chóanos Transliteration B: choanos Transliteration C: choanos Beta Code: xo/anos

English (LSJ)

ὁ, (χέω)

   A hollow in which metal was placed for melting, melting-pot, from which it was run into the mould, φῦσαι δ' ἐν χοάνοισιν . . ἐφύσων Il.18.470; κασσίτερος . . ἐν εὑτρήτοις χοάνοισιν θαλφθείς Hes.Th.863, cf. Emp.96.1, Hp.Cord.8, A.R.3.1299.    2 poet. for λίγδος 11, mould for casting metal in, Anacr.116.    II = χοάνη 1, funnel, Hp.Cord.2 (χῶνος, as in PLeid.X.29B., Hsch.).

German (Pape)

[Seite 1361] ὁ, später zsgzgn χῶνος, 1) die Vertiefung vor der Röhre des Blasebalgs, in welche das zu schmelzende Metall gelegt wurde, die Schmelzgrube, φῦσαι ἐν χοάνοισιν ἐφύσων Il. 18, 470; vgl. Hes. Th. 863; Sp.; auch der Schmelztiegel, Hes. Th. 863. – 2) die irdene Form, in welche das geschmolzene Metall zu Gußarbeiten gegossen wurde, um es zu formen, der Mantel bei den Erzgießern, βοΐδιον οὐ χοάνοις τετυπωμένον, ἀλλ' ὑπὸ γήρως χαλκωθέν Ep. ad. 228 (IX, 715). – 3) der Trichter, u. bei den Aerzten eine trichterartige Vertiefung od. Höhlung im Gehirn, sonst auch ληνός u. πύελος genannt. In dieser Bedeutung aber war χοάνη vorzugsweise gebraucht, Hippocr.

Greek (Liddell-Scott)

χόᾰνος: ὁ, (χέω) σκεῦος ἐν ᾧ τὸ μέταλλον ἐχωνεύετο καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐχύνετο εἰς τὸν τύπον, φῦσαι δ’ ἐν χοάνοισιν .. ἐφύσων Ἰλ. Σ. 470 κασσίτερος .. ὑπὸ .. εὐτρήτου χοάνου θαλφθεὶς Ἡσ. Θεογ. 863, πρβλ. Ἐμπεδ. 211, Ἱππ. 269. 31, Ἀπολλ. Ρόδ. Γ. 1299· - ποιητ. ὡσαύτως ἀντὶ τοῦ λίγδος, ὁ τύπος, εἰς ὃν χύνεται τὸ μέταλλον, Ἀνθ. Π. 9. 716. ΙΙ. χοάνη Ι, χωνίον, «χωνί», Ἱππ. 268 27, ἐν τῷ τύπῳ χῶνος. - Ἐκ τῶν παλαιοτέρων συγγραφέων δὲν δυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν ἂν ἡ ὀνομαστ. ἦτο χόανος ἢ χόανον· ἀλλ’ ὁ Ἱππ. καὶ ὁ Ἡσύχ. γράφουσι χῶνος ὡς ἀρσεν.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
litt. le récipient d’un métal en fusion, particul. :
1 écheno de fondeur, sorte d’entonnoir par où l’on verse le métal fondu;
2 creuset de fondeur;
3 moule d’argile où l’on verse le métal fondu pour lui donner sa forme.
Étymologie: χέω.

English (Autenrieth)

(χέω): melting-pit, pl., Il. 18.470†.

Greek Monolingual

και χῶνος, ὁ, Α
1. χωνευτήριο μετάλλων («κασσίτερος... ὑπὸ... εὐτρήτου χοάνου θαλφθείς», Ησίοδ.)
2. ο τύπος στον οποίο χύνεται το μέταλλο, καλούπι
3. χωνί.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. χόανος < χοFανος (και με συναίρεση χῶνος) έχει σχηματιστεί από την ετεροιωμένη βαθμίδα χοF- του ρ. χέω με επίθημα -ανος (πρβλ. στέφανος) και σίγηση του ενδοφωνηεντικού -F-].

Greek Monotonic

χόᾰνος: ὁ (χέω
I. δοχείο μέσα στο οποίο λιώνει το μέταλλο και στη συνέχεια χύνεται σε καλούπι, σε Ομήρ. Ιλ., Ησίοδ.
II. χωνί για λιωμένο μέταλλο, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

χόᾰνος:
1) сосуд для плавки, тигель Hom., Hes.;
2) литейная форма Anth.

Middle Liddell

χόᾰνος, ὁ, [χέω]
I. a melting-pot, from which the metal was run into the mould, Il., Hes.
II. the mould for casting metal in, Anth.