Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χύδην

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: χύδην Medium diacritics: χύδην Low diacritics: χύδην Capitals: ΧΥΔΗΝ
Transliteration A: chýdēn Transliteration B: chydēn Transliteration C: chydin Beta Code: xu/dhn

English (LSJ)

[ῠ], Dor. χύδαν Call.Fr.1.11P., Adv., (χέω)

   A as if poured out, in floods or heaps: hence,    I without order or system, promiscuously, indiscriminately, καταπάττειν χ. wholesale (opp. κοτυλίζειν, to sell by retail), Pherecr.168; χ. βεβλῆσθαι Pl.Phdr.264b; στεφάνων χ. πεπλεγμένων Alex.52; πάντα χ. ἔστω AP10.100 (Antiphan.); τὰ χ. μαθήματα . . ἐν τῇ παιδείᾳ γενόμενα Pl.R.537c; φορτικῶς καὶ χ. ὅ τι ἂν ἐπέλθῃ λέγουσιν Isoc.12.24, cf. Ep.9.5; νομίμων χ. ὡς εἰπεῖν κειμένων Arist.Pol.1324b5; ἐναλείφειν τοῖς καλλίστοις φαρμάκοις χ. Id.Po.1450b2.    II in unfettered language, i.e. in prose, opp. ἐν ποιήμασι, Pl.Lg.811d; τὰ χ., opp. τὰ μέτρα, Arist. Rh.1409b7.    III abundantly, AP9.316 (Leon.), Hp.Ep.3; [ἁ] χύδαν . . λύπα overflowing grief, Call. l. c.; spreading, of poison, AP9.233 (Eryc.).

German (Pape)

[Seite 1384] adv., wie ausgegossen, gußweise. Dah. – 1) in Menge, reichlich, haufenweise, gänzlich, ganz u. gar; oft in der Anth. : βότρυες χύδην ὄμφακες Leon. Tar. 29 (IX, 316); Ἀνακρέων χ. σεσαλαγμένος οἴνῳ id. 37 (Plan. 306); πάντα χύδην ἔστω Antiphan. 2 (X, 100); vgl. Strat. 2. 43 (XII, 2. 200); Eryc. 9 (IX, 233). – 2) hingeschüttet, u. dah. ordnungslos; οὐ δοκεῖ χύδην βεβλῆσθαι τὰ τοῦ λόγου Plat. Phaedr. 264 b, vgl. Rep. VII, 537 c; φορτικῶς καὶ χύδην ὅ τι ἂν ἐπέλθῃ λέγουσιν Isocr. 12, 24; χύδην ἐῤῥιμμένα ὅπλα Pol. 15, 14, 2; στεφάνων χύδην πεπλεγμένων Alexis bei Ath. XV, 686 a. – 3) in ungebundener Rede, in Prosa, Ggstz ἐν ποιήμασι, Plat. Legg. VII, 811 d; Arist. rhet. 3, 9.

Greek (Liddell-Scott)

χύδην: [ῠ], Ἐπίρρ. (χέω) κεχυμένως, «χυτά», ὅθεν. Ι. ἄνευ τάξεως ἢ μεθόδου, εἰκῇ, συγκεχυμένως, ἀναμίξ, ἀδιακρίτως, καταπάττων χ., «χονδρικῶς» (ἀντίθετον τῷ κοτυλίζων, «λιανικῶς»), Φερεκράτης ἐν Ἀδήλοις 78· χ. βεβλῆσθαι Πλάτων ἐν Φαίδρῳ 264Β· στεφάνων δὲ τουτωνὶ χύδην πεπλεγμένων Ἄλεξις ἐν «Διδύμοις» 2· πάντα χ. ἔστω Ἀνθ. Παλατ. 10, 100, πρβλ. 9. 233· τὰ χ. μαθήματα ... ἐν τῇ παιδείᾳ γενόμενα Πλάτ. Πολ. 537C· φορτικῶς καὶ χ. ὅ τι ἂν ἐπέλθῃ λέγουσιν Ἰσοκ. 238Α, πρβλ. Ἐπιστ. 9. 5· νομίμων χ. ὡς εἰπεῖν κειμένων, Ἀριστ. Πολ. 7. 2, 9 ἐναλείφειν τοῖς καλλίστοις φαρμάκοις χ. ὁ αὐτ. ἐν Ποιητ. 6, 20. ΙΙ. ἐν γλώσσῃ χυτῇ, ῥεούσῃ, δηλ. ἐν τῷ πεζῷ λόγῳ κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἐν ποιήμασι, Πλάτ. Νόμ. 811D· τὰ χύδην, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰ μέτρα, Ἀριστ. Ρητ. 3. 9, 3. ΙΙΙ. ἀφθόνως, ὁλοκλήρως, ὁλοσχερῶς, Ἀνθ. Παλατ. 9. 316, πρβλ. 10. 100. - Καθ’ Ἡσύχ.: «χύδην· κεχυμένως, ἀθρόως, εἰκῇ, σωρηδόν, δαψιλῶς».

French (Bailly abrégé)

adv.
I. en versant, en répandant;
II. p. suite :
1 confusément, sans ordre, pêle-mêle;
2 à l’abandon, d’une manière relâchée ; en prose (cf. soluta oratio).
Étymologie: χέω, -δην.

Greek Monolingual

ΝΜΑ
επίρρ. νεοελλ. φρ. «χύδην όχλος» — συρφετός, πλήθος αμόρφωτων ανθρώπων
μσν.-αρχ.
χυτά, χύμα, ανάμικτα, ανακατεμένα (α. «οὐ χρὴ χύδην ἀλλὰ κατὰ γένος κεχωρισμένως φυτεύειν», Γεωπ.
β. «πολλῶν ὁμοῡ χύδην ἐν οἰκήμασι μικροῑς ἠναγκασμένων διαιτᾱσθαι», Πλούτ.
γ. «ἐναλείφειν τοῑς καλλίστοις φαρμάκοις χύδην», Αριστοτ.)
αρχ.
1. με αφθονία, αθρόα, σωρηδόνὅταν ὁ σῑτος εἰς τὰ οἰκεῑα τεθῇ χύδην», Θεόφρ.)
2. σε πεζό λόγο («διὸ καὶ τῶν μέτρων πάντες μνημονεύουσι μᾱλλον τῶν χύδην», Αριστοτ.)
3. (σχετικά με νόσημα) με εξάπλωσηχύδην δ' ἔβρυξε μελαίνη σηπεδόνη πόδα...», Ανθ. Παλ.)
4. (κατά τον Ησύχ.) «χύδην
κεχυμένως, ἀθρόως, εἰκῇ, σωρηδόν, δαψιλῶς».
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. χυ- της μηδενισμένης βαθμίδας του ρ. χέω + επιρρμ. κατάλ. -δην (πρβλ. μίγ-δην)].

Greek Monotonic

χύδην: [ῠ], επίρρ. (χέω), χυτά ή σε ανάμειξη, απ' όπου:
I. χωρίς σειρά, στην τύχη, ανακατωμένα, σε Πλάτ., Αριστ.
II. σε ρέουσα γλώσσα, δηλ. σε πεζό λόγο, σε Αριστ.
III. αφθόνως, ολοκλήρως, ολοσχερώς, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

χύδην: дор. χύδᾱν (ῠ) adv. χέω
1) рассыпая там и сям (καταβάλλειν λίθους Xen.);
2) наудачу, беспорядочно, вперемешку: χ. βεβλῆσθαι Plat. быть сваленным в одну кучу; τὰ χ. μαθήματα Plat. беспорядочные знания; χ. ἐναλείφειν τοῖς φαρμάκοις Arst. класть краски как попало; χ. λέγειν Isocr. говорить бессвязно;
3) в несвязанной форме, т. е. в прозе: ἐν ποιήμασιν ἢ χ. Plat. в стихах или в прозе; τὰ μέτρα μνημονεύειν μᾶλλον τῶν χ. Arst. помнить размеренную речь лучше, чем прозу;
4) в изобилии: χ. ἀργυρίου καὶ χρυσοῦ παρόντος Plut. так как всюду были кучи серебра и золота.

Middle Liddell

[χέω]
in floods or heaps; hence,
I. without order, at random, promiscuously, Plat., Anth.
II. in flowing language, i. e. in prose, Arist.
III. abundantly, wholly, utterly, Anth.