Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψάγδαν

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ψάγδᾱν Medium diacritics: ψάγδαν Low diacritics: ψάγδαν Capitals: ΨΑΓΔΑΝ
Transliteration A: pságdan Transliteration B: psagdan Transliteration C: psagdan Beta Code: ya/gdan

English (LSJ)

ᾱνος, or σάγδας, ὁ, an Egyptian

   A unguent; the following forms are found: Αἰγυπτίῳ ψάγδανι τρὶς λελουμένη Eub.102; φέρ' ἴδω, τί σοι δῶ τῶν μύρων; ψάγδαν φιλεῖς; Ar.Fr.206; σάγδαν ἐρυγγάνοντα Eup.198; βάκκαρίς τε καὶ σάγδας ὁμοῦ Epil.1: ψάδᾳ (sic codd.) is cited by Erot. fr. Hp. (not found in codd. Hp.), and fr. Eup. (Fr.198?): nom. ψαγδης (unaccented) Ath.15.690e, cf. ψαγδῆς, Hsch. (Egypt. sgnn with or without prefixed masc. Art. p;).

German (Pape)

[Seite 1389] ανος, od. ψαγδάν, ᾶνος, ὁ, = Folgdm; Eubul. bei Ath. XV, 690 e Αἰγυπτίῳ ψάγδανι.

Greek (Liddell-Scott)

ψάγδᾱν: ᾱνος, ὁ, Εὔβουλος ἐν «Στεφανοπώλισιν» 6· καὶ ψάγδας, ου, ὁ, Εὔπολις ἐν «Μαρικᾷ» 14, Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 7· ἢ σάγδας, Ἐπίλυκος ἐν «Κωραλίσκῳ» 4, πρβλ. Ἀθήν. 691C· - κοινόν τι Αἰγυπτιακὸν μύρον, Αἰγυπτίῳ ψάγδανι τρὶς λελουμένη Εὔβουλος ἔνθ’ ἀνωτ.

Greek Monolingual

-ανος, και ψάγδας και σάγδας και σαγδᾱς και τ. άτονης ονομ. ψάγδης και στον Ησύχ. ψαγδῆς, ὁ Α
(στην Αίγυπτο) είδος μύρου.
[ΕΤΥΜΟΛ. Δάνειο από την Αιγυπτιακή, πρβλ. αιγυπτ. sgnn «λίπος, αλοιφή». Η Ελληνική δανείστηκε τον τ. με το άρθρο του, p’-sagnĕn, και με ανομοίωση του πρώτου -n-, p-sagdě/ăn, ενώ η κατάληξη -ας στον τ. ψάγδας είναι αναλογική τών ελλ. αρσ. σε -ας. Ο παράλληλος, τέλος, τ. σάγδας οφείλεται είτε σε απομάκρυνση του αιγυπτ. άρθρου - είτε σε απλοποίηση του διπλού ψ σε σ-].