Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψάλιον

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ψᾰλιον Medium diacritics: ψάλιον Low diacritics: ψάλιον Capitals: ΨΑΛΙΟΝ
Transliteration A: psálion Transliteration B: psalion Transliteration C: psalion Beta Code: ya/lion

English (LSJ)

τό, part of the bridle,

   A curb-chain, ῥυταγωγέα . . ἐκ τοῦ ψ. ἠρτημένον X.Eq. 7.1; τὸ περὶ γένειον διειρόμενον, ψάλιον Poll.1.148; = κρίκος τοῦ χαλινοῦ, Sch.E.Ph.792: freq. in pl., because the curb-chain was formed of links, which rattled as the horse moved, χρυσοχάλινον πάταγον ψαλίων Ar.Pax155 (anap.); ψαλίων κρότον καὶ χαλινοῦ κτύπον Ael. NA6.10; ψαλίοις ἐδάμασε πώλους E.HF381 (lyr.): metaph., οἷον ψ. αὐτῇ [τῇ βασιλείᾳ] ἐνέβαλε τὴν τῶν Ἐφόρων δύναμιν Pl.Lg.692a.    2 generally, chain, bond, A.Pr.54 (pl.): metaph., μέγα δ' ἀφῃρέθη ψ. οἰκετῶν Id.Ch.962 (lyr.).    3 βορινοῦ καὶ νοτινοῦ ψαλίου (or Ψαλίου) the N. and S. ring (or Ring), in description of an estate, POxy. 1632.12 (iv A. D.).    4 a horse's jaw, Hippiatr.28 (cf. ψέλιον, ψάλλιον).

German (Pape)

[Seite 1390] minder gut accentuirt ψαλίον, τό, eigtl. die Kinnkette am Pferdezaume, an der die Halfter herabhing, Ken. Hipp. 7, 1; Schol. Eur. Phoen. 799; aber bei Dichtern auch der ganze Zaum, das Gebiß, bes. das scharfe, gezahnte, um wilde Pferde damit zu bändigen, ψαλίοις ἐδάμασε πώλους Eur. Herc. fur. 381; ὰρμόσατε ψαλίοις τοὺς ἴππους Rhes. 27 (der auch ἅρματι καὶ ψαλίοις τετραβάμοσι vrbdt, Phoen. 799, Gespann); χρυσοχάλινον πάταγον ψαλίων Ar. Pax 155; – ψάλιον ἐμβάλλειν τινί, Zaum und Gebiß anlegen, Plat. Legg. III, 692 a; vgl. Plut. Lyc. 7. – Bei Aesch. Prom. 54 sind ψάλια die Fesseln, mit welchen Prometheus an den Felsen geschmiedet wird; vgl. μέγα τ' ἀφῃρέθην ψάλιον οἴκων Ch. 962. – Der Accent ψαλίον stützt sich nur auf die falsche Schreibung ψάλλια, die aus Verwechslung mit ψέλλια entstanden ist, vgl. Piers. Moeris p. 420, Schäfer zu D. Hal. de C. V. p. 253.

Greek (Liddell-Scott)

ψάλιον: [ᾰ], τό, μέρος τοῦ χαλινοῦ, κρίκοςἅλυσις διερχομένη ὑπὸ τὴν σιαγόνα τοῦ ἵππου, ῥυταγωγέα... ἐκ τοῦ ψαλίου ἠρτημένον Ξεν. Ἱππ. 7, 1· τὸ περὶ γένειον διειρόμενον, ψάλιον Πολυδ. Α΄, 147· κρίκος τοῦ χαλινοῦ Σχόλ. εἰς Εὐρ. Φοιν. 792· ὅρα τὸ σχῆμα ἐν τῷ Mus. B?rbon co 8, Πίν. 32· ― συχν. ἐν τῷ πληθ., διότιἅλυσις αὕτη ἀπετελεῖτο ἐκ κρίκων, οἵτινες ἐκρότουν ὅτε ὁ ἵππος ἐκινεῖτο, χρυσοχάλινον πάταγον ψαλίων Ἀριστοφάν. Εἰρ. 155· ψαλίων κρότον καὶ χαλινοῦ κτύπον Αἰλ. περὶ Ζῴων 6. 10· ἐχρησίμευε δὲ πρὸς περιορισμὸν καὶ ἀναχαίτισιν τῶν δυσπειθῶν ἵππων, ψαλίοις ἐδάμασε πώλους Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 381· ― μεταφ., οἷον ψάλιον αὐτῇ [τῇ βασιλείᾳ] ἐνέβαλε τὴν Ἐφόρων δύναμιν Πλάτ. Νόμ. 692Α. 2) καθόλου, ἅλυσις, δεσμός, Αἰσχύλ. Πέρσ. 54· καὶ μεταφ., μέγα δ’ ἀφῃρέθη ψ. οἰκετῶν ὁ αὐτ. ἐν Χο. 962· ― Κατ’ ἀρχὰς ταὐτὸν τῷ ψέλιον.

French (Bailly abrégé)

ου (τό) :
1 gourmette du frein ; frein, mors;
2 p. ext. chaîne, lien.
Étymologie: DELG ψαλόν.

Greek Monolingual

τὸ, ΜΑ, και ψάλλιον και αιολ. τ. σπάλιον Α
αλυσίδα του χαλινού τών αλόγων η οποία περνάει κάτω από το σαγόνι («τὸ περὶ γένειον διειρόμενον ψάλιον», Πολυδ.)
μσν.
(κατ' επέκτ.) σαγόνι αλόγου
αρχ.
1. ολόκληρος ο χαλινός, συμπεριλαμβανομένου και του οδοντωτού στομίου με το οποίο δάμαζαν τα ατίθασα άλογα
2. (κυριολ. και μτφ.) αλυσίδα
3. μτφ. περιοριστικό μέσο («οἶον ψάλιον αὐτῇ [ενν. τῇ βασιλείᾳ] ἐνέβαλε τὴν Ἐφόρων δύναμιν», Πλάτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έχει σχηματιστεί από θ. ψαλ- (βλ. λ. ψαλόν) με επίθημα -ιον (πρβλ. στόμ-ιον). Για τους τ. ψάλλιον και σπάλιον πρβλ. ψαλίς: ψαλλίς: σπαλίς (βλ. και λ. ψαλίδα)].

Greek Monotonic

ψάλιον: [ᾰ], τό,
1. μέρος του χαλινού του ίππου, είδος αλυσίδας κάτω από το σαγόνι του αλόγου, σε Ξεν.· ψαλίοις ἐδάμασε πώλους, σε Ευρ.
2. γενικώς, αλυσίδα, χαλινός, χαλινάρι, σε Αισχύλ.· μεταφ., λέγεται για άνθρωπο, ψάλιον οἰκετῶν, στον ίδ. (άγν. προέλ.).

Russian (Dvoretsky)

ψάλιον: (ᾰ) τό1) цепка уздечки Xen.;
2) уздечка, узда Eur., Arph.: ψ. ἐμβαλεῖν τινι Plat., Plut. накинуть узду на кого-л.;
3) цепь, pl. оковы Aesch.: ἀφῃρέθη ψ. Aesch. спала цепь, пали оковы.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ψάλιον -ου, τό [~ ψέλιον] meestal plur. neusriem (voor een paard). boeien; overdr.. μέγα δ ’ ἀφῃρέθη ψάλιον οἴκων een krachtige knelband is weggenomen van het paleis Aeschl. Ch. 962.

Middle Liddell

ψά˘λιον, ου, τό,
1. part of the bridle, a kind of curb-chain, Xen.; ψαλίοις ἐδάμασε πώλους Eur.
2. generally, a chain, bond, Aesch.; metaph., of a person, ψ. οἰκετῶν a curb upon the household, Aesch. [deriv. uncertain]

Frisk Etymology German

ψάλιον: {psálion}
Grammar: n.
Meaning: etwa Kappzaum, Kinnkette (att. seit A.); zur unklaren Bed. Anderson JHSt. 88, 3ff.
Etymology : Technisches Wort ohne überzeugende Etymologie; der mehrfach erwogene Zusammenhang mit ψάλλω bleibt hypothetisch. — Das bei H. überlieferte ψαλόν· εἶδος χαλινοῦ (wohl aus ψάλιον entstellt) will Taillardat (ähnlich Palmer) in myk. pa-sa-ro wiederfinden, s. Morpurgo Lex. s.v. Vgl. ψέλιον.
Page 2,1128