Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψάρεμα

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

και ψάρευμα, και λόγιος τ. οψάρευμα, το, Ν ψαρεύω
1. αλιεία
2. (αθλ.) δραστηριότητα αναψυχής, με αντικείμενο τη σύλληψη ψαριών, συνήθως με καλαμίδι, με πετονιά ή με ψαροτούφεκο
3. μτφ. προσπάθεια για την απόσπαση μυστικών με διακριτικότητα.