Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψάρεμα

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

και ψάρευμα, και λόγιος τ. οψάρευμα, το, Ν ψαρεύω
1. αλιεία
2. (αθλ.) δραστηριότητα αναψυχής, με αντικείμενο τη σύλληψη ψαριών, συνήθως με καλαμίδι, με πετονιά ή με ψαροτούφεκο
3. μτφ. προσπάθεια για την απόσπαση μυστικών με διακριτικότητα.