Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψαινύθιος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ψαινύθιος Medium diacritics: ψαινύθιος Low diacritics: ψαινύθιος Capitals: ΨΑΙΝΥΘΙΟΣ
Transliteration A: psainýthios Transliteration B: psainythios Transliteration C: psainythios Beta Code: yainu/qios

English (LSJ)

ον,

   A false, vain, Hsch.:—Lyc.1420 has ψαίνυνθα θεσπίζειν prophesy falsely (formed like μίνυνθα).

German (Pape)

[Seite 1389] ον, = ψαίνυθος, Hesych., der erkl. ψευδές, μάταιον, εὐτελές. Vgl. ψινύθιος.

Greek (Liddell-Scott)

ψαινύθιος: -ον, μάταιος, ψευδής, «ψαινύθιον· ψευδές, μάταιον, εὐτελές, φλύαρον, οἰκτρὸν» Ἡσύχ.· ― ὁ Λυκόφρ. 1420 ἔχει ψαίνυνθα θεσπίζειν, πρὸς ὃ παραβάλλεται τὸ μίνυνθα.

Greek Monolingual

-ον, Α
(κατά τον Ησύχ.) μάταιος, ψευδής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < θ. ψαι- του ψαίω, πιθ. μέσω αμάρτυρου ενεστ. τ. ψαι-νύ-(θ)-ω (πρβλ. ψαίννυθος)].