Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψαφαρόθριξ

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: ψᾰφᾰρόθριξ Medium diacritics: ψαφαρόθριξ Low diacritics: ψαφαρόθριξ Capitals: ΨΑΦΑΡΟΘΡΙΞ
Transliteration A: psapharóthrix Transliteration B: psapharothrix Transliteration C: psafarothriks Beta Code: yafaro/qric

English (LSJ)

τρῐχος, ὁ, ἡ,

   A with dry, rough hair or coat, μῆλα h.Pan.32.

Greek (Liddell-Scott)

ψᾰφᾰρόθριξ: -τρῐχος, ὁ, ἡ, ὁ ἔχων ξηράν, αὐχμηράν, τραχεῖαν τρίχωσιν ἢ δασύτριχον περίβλημα, μῆλα Ὕμν. Ὁμ. 18. 32.

French (Bailly abrégé)

ότριχος (ὁ, ἡ)
qui a la toison sale, poudreuse.
Étymologie: ψαφαρός, θρίξ.

Greek Monolingual

-τριχος, ὁ, ἡ, Α
(για ζώο) αυτός που έχει τραχύ τρίχωμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ψαφαρός + -θριξ (< θρίξ, τριχός), πρβλ. κυανό-θριξ].

Greek Monotonic

ψᾰφᾰρόθριξ: -τρῐχος, ὁ, ἡ, αυτός που έχει σκληρές τρίχες ή δασύτριχο περίβλημα, σε Ομηρ. Ύμν.

Russian (Dvoretsky)

ψᾰφᾰρόθριξ: τρῐχος adj. покрытый жесткой шерстью (μῆλα HH).

Middle Liddell

ψᾰφᾰρό-θριξ, -τρῐχος, ὁ, ἡ,
with rough coat, Hhymn.