Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψηλαφητής

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ψηλᾰφητής Medium diacritics: ψηλαφητής Low diacritics: ψηλαφητής Capitals: ΨΗΛΑΦΗΤΗΣ
Transliteration A: psēlaphētḗs Transliteration B: psēlaphētēs Transliteration C: psilafitis Beta Code: yhlafhth/s

English (LSJ)

οῦ, ὁ,

   A one who feels, a searcher, Sch.Opp.H.2.435.

Greek (Liddell-Scott)

ψηλᾰφητής: -οῦ, ὁ, ὁ ψηλαφῶν, ἐρευνῶν, ἐρευνητής, Σχόλ. εἰς Ὀππ. Ἁλ. 2. 435, πρὸς ἑρμηνείαν τοῦ διφήτωρ.

Greek Monolingual

ὁ, Μ ψηλαφῶ
1. (για τον Απόστολο Θωμά) αυτός που άγγιξε με τα δάχτυλά του τον αναστημένο Χριστό
2. αυτός που εξετάζει κάτι.