Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψιάς

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: ψῐάς Medium diacritics: ψιάς Low diacritics: ψιάς Capitals: ΨΙΑΣ
Transliteration A: psiás Transliteration B: psias Transliteration C: psias Beta Code: yia/s

English (LSJ)

άδος, ἡ,

   A = ψακάς, drop, αἱματοέσσας δὲ ψιάδας κατέχευεν ἔραζε (sc. Ζεύς) Il.16.459, cf. Hes.Sc.384: also ψίαξ, ακος, (pl.), Hsch.; cf. ψίδες.

German (Pape)

[Seite 1399] άδος, ἡ, der Tropfen; im plur. Il. 16, 459; Hes. Sc. 384; Luc. Philopatr. 14.

Greek (Liddell-Scott)

ψιάς: άδος. ἡ, = ψακάς, ψεκάς, «ψηχάλα», ῥανὶς, σταγὼν, αἱματοέσσας δὲ ψιάδας κατέχευεν ἔραζε (ἐξυπακ. Ζεὺς,) ὅπερ προεμήνυε τὸν θάνατον τοῦ Σαρπηδόνος, ὃν ἔμελλε νὰ φονεύσῃ ὁ Πάτροκλος, Ἰλ. Π. 459, πρβλ. Ἠσ. Ἀσπ. Ἡρ. 384. παρ’ Ἡσυχ. φέρεται καὶ ψίακα (ἐξ ὀνομ. ψίαξ)· «ψακάδα» καὶ ψίδες (ἐξ ὀνομ. ψίς) «ψιάδες, ψακάδες».

French (Bailly abrégé)

άδος (ἡ) :
goutte.
Étymologie: ψίω.

English (Autenrieth)

άδος: drop, pl., Il. 16.459†.

Greek Monolingual

-άδος, ἡ, Α
σταγόνα («αἱματοέσσας δὲ ψιάδας κατέχευεν ἔραζε Ζεύς», Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Εκφραστικός τ., όπως και το συνώνυμο ψακάς, που συνδέεται πιθ. με την οικογένεια του ψήω / ψῆν «τρίβω». Το θ. ψι- του τ. παραπέμπει στον σχηματισμό του ρ. ψίω (βλ. λ.)].

Greek Monotonic

ψιάς: -άδος, ἡ, = ψακάς, ψιχάλα, ρανίδα, σταγόνα, σε Ομήρ. Ιλ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ψιάς -άδος, ἡ druppel.

Russian (Dvoretsky)

ψιάς: άδος ἡ только pl. капли, брызги Hom., Hes.

Middle Liddell

ψιάς, άδος, = ψακάς
a drop, Il.

Frisk Etymology German

ψιάς: {psiás}
Forms: pl. ψιάδες αἱματόεσσαι
Grammar: f.,
Meaning: Bluttropfen (Ρ 459); ψίακα· ψακάδα und ψίδες· ψιάδες, ψακάδες und ψιάζει· ψακάζει H.
See also: — S. ψίω.
Page 2,1137