Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψολόεις

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Full diacritics: ψολόεις Medium diacritics: ψολόεις Low diacritics: ψολόεις Capitals: ΨΟΛΟΕΙΣ
Transliteration A: psolóeis Transliteration B: psoloeis Transliteration C: psoloeis Beta Code: yolo/eis

English (LSJ)

ψολόεσσα, ψολόεν, also εις, εν Nic. (v. infr.): (ψόλος):—

   A sooty, smoky, mostly as epith. of κεραυνός, lurid, Od.23.330, 24.539, Hes. Th.515; opp. ἀργής (vivid), Arist.Mete.371a21, Mu.395a26; also of a serpent, opp. αἰθός, χροιῇ ψολόεις Nic.Th.288, cf. 129 (where ψολόεις is fem.), Opp.C.3.439; Αἴτνη ψολόεσσα Euph.51.11.    II ψολόεις, οἱ, the male mourners in a ritual at the Boeotian Orchomenos, Plu. 2.299e: prob. so called because δυσειματοῦντες, cf. Plu. l. c.

German (Pape)

[Seite 1401] όεσσα, όεν, russig, rauchig, feurig, flammend; κεραυνός Od. 23, 330. 24, 539; h. Ven. 289; Hes. Th. 515 Sc. 422; Pind. N. 10, 71; βέλος Ep. ad. 483 (VII, 617); von Arist. mund. 4, 16 durch αἰθαλώδης erkl.; Ggstz von αἰθός Nic. Th. 130, wo ψολόεις fem. ist; – russig, schmutzig, schwarz, sordidus, zum Zeichen der Trauer, Plut.

Greek (Liddell-Scott)

ψολόεις: εσσα, εν, καὶ εις, εν, Νίκ. ἔνθα κατωτ.· (ψόλος)· ― αἰθαλώδης, πλήρης αἰθάλης ἢ καπνοῦ, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐπίθετον τοῦ κεραυνοῦ, ὠχρόμαυρος, Ὀδ. Χ. 330, Ω. 539, Ἡσ. Θεογ. 515· ἀντίθετον τῷ ἀργὴς (ὁ ταχέως διᾴττων), Ἀριστ. Μετεωρ. 3. 1. 10, περὶ Κόσμ. 4, 20· ― ὡσαύτως ἐπὶ ὄφεως, ἀντίθετον τῷ αἰθός, χροιῇ ψ. Νικ. Θηρ. 288, πρβλ. 129 (ἔνθα τὸ ψολόεις εἶναι θηλ.), Ὀππ. Κυν. 3. 439· λιγνὺς ψ., ἐπὶ τῆς Αἴτνης, Εὐφορ. 60. ΙΙ. ἐντεῦθενἰδιότυπος πληθ. ψολόεις, οἱ, = δυσειματοῦντες, πενθηφοροῦντες, ὡς τὸ Λατιν. sordidus, παρὰ Πλουτ. 2. 299F.

French (Bailly abrégé)

όεσσα, όεν;
1 accompagné de fumée, fumant, en parl. de la foudre, selon d’autres, fumant, d’où enflammé;
2 sale, négligé, en signe de deuil ou de tristesse (cf. lat. sordidus).
Étymologie: ψόλος.

English (Autenrieth)

εσσα, εν (ψόλος, ‘smoke’): smouldering, sulphurous, Od. 23.330 and Od. 24.539.

English (Slater)

ψολόεις
   1 smoking Ζεὺς δ' ἐπ Ἴδᾳ πυρφόρον πλᾶξε ψολόεντα κεραυνόν (N. 10.71)

Greek Monolingual

-εσσα, -εν, Α
1. (συν. για τον κεραυνό) γεμάτος καπνιά, αιθαλώδης
2. μαυροκίτρινος
3. (ανώμαλος τ. πληθ. ως ουσ.) oἱ Ψολόεις
άνδρες που πενθούσαν κατά τη διάρκεια τελετουργίας στον Ορχομενό της Βοιωτίας.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ψόλος «καπνός» + κατάλ. -όεις].

Greek Monotonic

ψολόεις: -εσσα, -εν (ψόλος), καπνισμένος, καπνώδης, αιθαλώδης· ως επίθ. του κεραυνοῦ, καπνώδης, ωχρός, ωχρόμαυρος, σε Ομήρ. Οδ.

Russian (Dvoretsky)

ψολόεις: όεσσα, όεν ψόλος
1) дымный, дымящийся, окутанный или окутывающийся дымом или полыхающий (κεραυνός Hom., HH, Batr., Hes., Pind., Arst., Plut.);
2) одетый в грязное рубище, т. е. в траур Plut.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ψολόεις -εσσα -εν [ψόλος: roet, rook] rokerig, met roetvlekken.

Middle Liddell

ψολόεις, εσσα, εν ψόλος
sooty, smoky: as epith. of κεραυνός, smouldering, lurid, Od.