Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψύλλος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: ψύλλος Medium diacritics: ψύλλος Low diacritics: ψύλλος Capitals: ΨΥΛΛΟΣ
Transliteration A: psýllos Transliteration B: psyllos Transliteration C: psyllos Beta Code: yu/llos

English (LSJ)

ὁ,

   A = ψύλλα (q. v.).    2 ψ. θαλάσσιος, sea-flea, Cyran. 45,78.    II = τὸ παχὺ τὸ συνέχον τὸ τοῦ κάπρου αἰδοῖον, Hsch.

German (Pape)

[Seite 1402] ὁ, spätere u. schlechtere Form statt ψύλλα; auch dorisch, Epicharm. bei Suid. u. Schol. Ar. Plut. 538.

Greek (Liddell-Scott)

ψύλλος: ὁ, = ψύλλα, ὃ ἴδε.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
1 puce, insecte;
2 puceron de mer.
Étymologie: v. ψύλλα.

Greek Monolingual

ο, ΝΜΑ
είδος εντόμου που ζει παρασιτικά στους ανθρώπους και στα ζώα
νεοελλ.
1. ζωολ. κοινή ονομασία τών μικροσκοπικών, άπτερων ολομετάβολων εντόμων της τάξης σιφωνάπτερα
2. φρ. α) «για ψύλλου πήδημα» — για ασήμαντη αφορμή
β) «ούτε ψύλλος στον κόρφο μου» — δεν θα ήθελα σε καμιά περίπτωση να είμαι στη θέση του
γ) «του μπήκαν ψύλλοι στ' αφτιά» ή «άρχισαν να τον τρώνε οι ψύλλοι» — άρχισε να υποψιάζεται
δ) «γυρεύει ψύλλους στ' άχυρα» — ματαιοπονεί
ε) «καλλιγώνει τον ψύλλο» — είναι ικανότατος
αρχ.
1. (κατά τον Ησύχ.) «τὸ παχὺ τὸ συνέχον τὸ τοῡ κάπρου αἰδοῑον»
2. στον πληθ. οἱ Ψύλλοι
α) φύλο της Αφρικής που ονομάστηκε έτσι από τον Ψύλλο, τον βασιλιά τους, και του οποίου τα μέλη ήταν ξακουστοί γόητες φιδιών
β) συνεκδ. επαγγελματίες θαυματοποιοί
3. φρ. «ψύλλος θαλάσσιος» — ψύλλος που ζει στη θάλασσα (Κυραν.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Υποχωρητ. σχημ. από το θηλ. ψύλλα κατά τα αρσ. σε -ος).

Russian (Dvoretsky)

ψύλλος: ὁ морская блоха (предполож. Talitrus locasta, паразит рыб) Arst.