Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ψώα

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander
Full diacritics: ψώα Medium diacritics: ψώα Low diacritics: ψώα Capitals: ΨΩΑ
Transliteration A: psṓa Transliteration B: psōa Transliteration C: psoa Beta Code: yw/a

English (LSJ)

ἡ,

   A rottenness, putrid stench, A.R.Fr.5: but ψῶα· μέρος περὶ τὸν ὦμον, Hdn.Epim.155. ψωδαρέον· αὐχμηρόν, Hsch. (ψωραλέον Ruhnk.).

German (Pape)

[Seite 1405] ἡ, Fäulniß, Verwesungsgeruch, seltenes poet. Wort in VLL.

Greek (Liddell-Scott)

ψώα: ἡ, (ψὸ) σῆψις, δυσωδία σήψεως, Ποιητὴς παρὰ τῷ Μεγ. Ἐτυμ. 819. 42· - πρβλ. τὸ ἑπομ., καὶ ψώρα· - ὁ Ἡσύχ. ἔχει ἐπίθ.· ψωδαρέος, τὸ ὁποῖον ὅμως ὁ Ruhnk. διορθοῖ ψωραλέος.

Greek Monolingual

ἡ, Α
1. σήψη
2. δυσωδία που οφείλεται σε σήψη.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. έχει σχηματιστεί με φωνηεντισμό -ω- από το επιφώνημα ψό].