Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀγριαίνω

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1
Full diacritics: ἀγριαίνω Medium diacritics: ἀγριαίνω Low diacritics: αγριαίνω Capitals: ΑΓΡΙΑΙΝΩ
Transliteration A: agriaínō Transliteration B: agriainō Transliteration C: agriaino Beta Code: a)griai/nw

English (LSJ)

fut.

   A ανῶ Pl.R.501e: aor. ἠγρίᾱνα D.C.44.47, Ael.VH2.13:—Pass., D.H.9.32, Plu.Ant.58: fut. ἀγριανθήσομαι LXX Da.11.11: aor. ἠγριάνθην D.S.24.1.—In Att. the Pass. was supplied by ἀγριόω (q. v.), which was rare in Act.; but the compd. Pass. ἐξαγριαίνομαι occurs in Pl.R.336d, and the Act. ἐξαγριόω in Hdt.6.123, E.Ph.876, Pl.Lg.935a.    1 intr., to be or become wild, to be angered, provoked, Pl.R.493b, etc.; τινί with one, Id.Smp.173d; πρός τινα Porph.Abst. 3.12; of animals, Arist.HA608b31; of rivers and the like, chafe, πρὸς τὴν πλήμμυραν . . ἀγριαίνων ὁ ποταμός Plu.Caes.38:—Pass., D.S. l.c.; of sores, to be angry or inflamed, Aret.SD2.11, cf. Antyll. ap. Orib.10.13.2.    II causal, make angry, provoke, D.C.44.47; of love, irritate, Ach.Tat.2.7:—Pass., to be angered, Plu. l.c., Hierocl. in CA10p.434M.; ὑπὸ τῶν δημαγωγῶν D.H. l.c.

Greek (Liddell-Scott)

ἀγριαίνω: μέλλ. -ανῶ, Πλάτ. Πολ. 501Ε· ἀόρ. ἠγρίανα, Δίων Κ. 44. 47, Αἰλ. - Παθ. Διον. Ἁλ. 12. 3, Πλούτ.: - μέλλ. ἀγριανθήσομαι, Ἑβδ. (Δαν. ια΄, 11)· ἀόρ. ἠγριάνθην, Διόδ. 24. 1: - Παρ’ Ἀττ. οἱ παθητικοὶ τύποι παρελαμβάνοντο ἐκ τοῦ ἀγριόω (πρβλ. Λοβ. Φρύν. σ. 757), ὅπερ ἦτο σπάνιον ἐν τῇ ἐνεργ. φωνῇ· ἀλλὰ τὸ σύνθετ. παθ. ἐξαγριαίνομαι ἀπαντᾷ παρὰ Πλάτ., καὶ τὸ ἐνεργ. ἐξαγριόω παρ’ Ἡροδ. Εὐρ. Πλάτ. - Ι. ἀμετάβ., εἶμαι ἢ γίνομαι ἄγριος, ὀργίζομαι, ἐξερεθίζομαι, Πλάτ. Πολ. 493Β, κτλ.· τινὶ ἐναντίον τινός, ὁ αὐτ. Συμπ. 173D· ἐπὶ ζῴων, εἶμαι ἄγριος, Ἀριστ. Ἱ. Ζ. 9. 1, 11· ἐπὶ ποταμῶν, κτλ., ἐξεγείρομαι, ἐξογκοῦμαι, πρὸς τὴν πλήμμυραν ... ἀγριαίνων ὁ ποταμός, Πλουτ. Καϊσ. 38: - ἐπὶ ἑλκῶν, ἐρεθίζομαι, θυμώνω, ἢν ἀγριαίνῃ ἡ διάβρωσις, Ἀρεταῖ. Αἰτ. Χρον. Παθ. 2. 11, κτλ. ΙΙ. μεταβ. ἐκφράζον τὸ ἐνεργοῦν αἴτιον κάμνω τινὰ νὰ ὀργισθῇ, ἐξοργίζω, ἐξερεθίζω, Δίων Κ. 44. 47· ἐπὶ ἔρωτος, ἐρεθίζω, Ἀχ. Τάτ. 2. 7: - Παθ. εἶμαι ἐξωργισμένος, Πλουτ. Ἀντων. 58.

French (Bailly abrégé)

f. ἀγριανῶ, ao. ἠγρίανα, pf. inus.
1 intr. devenir sauvage ; s’exaspérer, s’irriter, devenir furieux;
2 tr. effaroucher, irriter ; Pass. être irrité.
Étymologie: ἄγριος.

Spanish (DGE)

I intr.
1 ser salvaje de animales (πῶλον) ἀγριαίνοντα καὶ ἀγανακτοῦντα Pl.Lg.666e, ζῷα Arist.HA 608b31.
2 intr. tb. en v. med. enfurecerse, irritarse de pers. ὁ δὲ Ἀγαμέμνων ἠγρίαινεν Pl.R.393e, ἡμεροῦταί τε καὶ ἀγριαίνει Pl.R.493b, cf. 501e, Tht.151c, Procop.Goth.3.31.15
c. dat. σαυτῷ τε καὶ τοῖς ἄλλοις ἀγριαίνεις Pl.Smp.173d, c. giro prep. εἰ δέ τινα πρὸς ἀνθρώπους ἀγριαίνει Porph.Abst.3.12
de anim. ὁ δὲ λέων Ach.Tat.2.22.4, de elefantes, D.C.Epit.8.14.11, de una serpiente, Gr.Nyss.M.46.424A
del mar, ríos, D.S.24.1, Plu.Caes.38
de llagas exacerbarse, irritarse, inflamarse Aret.SD 2.11.4
inflamarse, excitarse de pasión ἀγριανθήτω ἡ ψυχὴ αὐτῆς Suppl.Mag.39.3.
II tr. enfurecer, irritar εἰς θυμόν τὸ ἦθος Callistr.13, αὐτόν D.C.44.47.1, τὸ θυμούμενον Ach.Tat.4.8.6
fig. τὸ τραῦμα irritar una herida de amor Ach.Tat.2.7.7.

Greek Monotonic

ἀγριαίνω: μέλ. ἀγριανῶ, αόρ. αʹ ἠγρίᾱνα (ἄγριος
I. αμτβ., οργίζομαι, εξάπτομαι, εκνευρίζομαι, εξερεθίζομαι, σε Πλάτ.· τινί, με κάποιον, εναντίον κάποιου, στον ίδ.· μεταφ. λέγεται για τα ποτάμια, σε Πλούτ.
II. μτβ., κάνω κάποιον να θυμώσει, εξοργίζω — Παθ., είμαι εξοργισμένος, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

ἀγριαίνω:
1) быть диким (ζῷα φοβούμενα καὶ ἀγριαίνοντα Arst.);
2) тж. med.-pass. становиться диким, свирепеть, приходить в ярость (ἡ ἀγριαίνουσα βοῦς Plat.; τινί и πρός τινα Plut.): ὁ ἀγριαίνων ποταμός Plut. бушующая река.

Middle Liddell

ἄγριος
I. intr. to be angered, provoked, chafed, Plat.; τινί with one, Plat.; metaph. of rivers, Plut.
II. Causal, to make angry: Pass. to be angered, Plut.