Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀγριόω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho
Full diacritics: ἀγριόω Medium diacritics: ἀγριόω Low diacritics: αγριόω Capitals: ΑΓΡΙΟΩ
Transliteration A: agrióō Transliteration B: agrioō Transliteration C: agrioo Beta Code: a)grio/w

English (LSJ)

aor.

   A ἠγρίωσα E.Or.616, the act. tenses being mostly supplied by ἀγριαίνω, (ἄγριος):—makewild or savage, provoke, ἣ τῇτεκούσῃ σ' ἠγρίως ε against thy mother, E l.c.    II mostly in Pass., ἀγριοῦμαι Hp.Aër.4: impf. ἠγριούμην E.El.1031 codd.: aor. ἠγριώθην Plu.Per. 34: pf. ἠγρίωμαι S.Ph.1321, E.IT348, Ar.Ra.897:—grow wild; in pf. to be wild, properly of plants, countries, etc., νῆσος ἠγριωμένη τῇ ὕλῃ Thphr.HP5.8.2, cf. CP5.3.6; of men, to be unkempt, ὡς ἠγρίωσαι διὰ μακρᾶς ἀλουσίας E.Or.226, cf. 387.    2 in moral sense, to be savage, cruel ἠγρίωσαι S.Ph.l.c., cf. E.El.l.c., etc.; γλῶσσα . . ἠγρίωται, of Aeschylus, Ar.l.c.: metaph., ἠγριωμένον πέλαγος an angrysea, Plu.Pyrrh.15.    3 Medic., become malignant, of wounds, Hp.l.c.

Greek (Liddell-Scott)

ἀγριόω: ἀόρ. ἠγρίωσα, Εὐρ. Ὀρ. 616. Οἱ ἐνεργητ. χρόνοι παραλαμβάνονται κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ τοῦ ἀγριαίνω: (ἄγριος)· = καθιστῶ τινα ἄγριον ἢ θηριώδη, παροξύνω, ἐρεθίζω, ἣ τῇ τεκούσῃ σ’ ἠγρίωσε, κατὰ τῆς μητρός σου, Εὐρ. ἔνθ. ἀνωτ. ΙΙ. ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κατὰ Παθ. φωνὴν (πρβλ. ἀγριαίνω), ἀγριοῦμαι, Ἱππ. Ἀέρ. 282· παρατ. ἠγριούμην, Εὐρ. Ἠλ. 1031· ἀόρ. ἠγριώθην, Πλούτ. (ἀπ-), Πλάτ. Πολιτικ. 274 Β· πρκμ. ἠγρίωμαι, Σοφ., Εὐρ., Ξεν: -καθίσταμαι ἄγριος καὶ κατὰ πρκμ., εἰμὶ ἄγριος, κυρίως ἐπὶ φυτῶν, χωρῶν, κτλ.· νῆσον ἠγριωμένην τῇ ὕλῃ, Θεοφρ. Ἱστ. Φ. 5. 8. 2, καὶ Αἰτ. Φ. 5. 3. 6· ἐπὶ ἀνθρώπων, εἰμὶ ἄγριοςθηριώδης κατὰ τὸ ἐξωτερικόν, φαίνομαι ἄγριος, ὡς ἠγρίωσαι διὰ μακρᾶς ἀλουσίας, Εὐρ. Ὀρ. 226· πρβλ. 387. 2) ἐπὶ ἠθικῆς ἐννοίας, ἐπὶ ἀνθρώπων, εἰμὶ ἄγριος, χαλεπός, ὠμός, σκληρός· ἠγρίωσαι, Σοφ. Φ. 1321· πρβλ. Εὐρ. Ἠλ. ἔνθ’ ἀνωτ., κτλ.· γλῶσσα ... ἠγρίωται, περὶ Αἰσχύλ., Ἀριστοφ. Βάτ. 898· -μεταφ., ἠγριωμένον πέλαγος, ἐξηγριωμένη θάλασσα, Πλουτ. Πύρρ. 15. 3) ἕλκεα ἀγριοῦται, (πρβλ. ἄγριος ΙΙ. 4.), Ἱππ. ἔνθ’ ἀνωτ.

French (Bailly abrégé)

-ῶ :
3ᵉ sg. ao. ἠγρίωσε;
I. rendre sauvage ; exaspérer, irriter contre, τινι;
II. d’ord. au Pass. ao. ἠγριώθην, pf. ἠγρίωμαι;
1 être sauvage;
2 au mor. être sauvage, farouche, violent, cruel ; en parl. de la mer, être furieux.
Étymologie: ἄγριος.

Spanish (DGE)

I en v. med.
1 hacerse salvaje, inculto en perf. ser salvaje, no cultivado de regiones, plantas νῆσος ἠγριωμένη τῇ ὕλῃ Thphr.HP 5.8.2, cf. CP 5.3.6, τόπος Longus 1.20.3
del modo de vida τὸν ἠγριωμένον εἰς ἥμερον δίαιταν ἤγαγον βίον Moschio Trag.6.28
de pers. hacerse salvaje, volver al estado salvaje App.Hisp.96
del pelo tomar aspecto salvaje, inculto ὦ ... κάρα, ὡς ἠγρίωσαι διὰ μακρᾶς ἀλουσίας E.Or.226, ὡς ἠ. πλόκαμον E.Or.387
fig. γλῶσσα ... ἠγρίωται del estilo de Esquilo, Ar.Ra.897.
2 irritarse σὺ δ' ἠγρίωσαι S.Ph.1321, ἐπὶ τοῖσδε ... οὐκ ἠγριώμην E.El.1031, ἠγριωμένους ἐπ' ἀλλήλοισι Ar.Pax 620, ἐξ ὀνείρων οἷσιν ἠγριώμεθα E.IT 348, πρὸς αὐτὸν Plu.Per.34
del mar, Plu.Pyrrh.15, Σκάμανδρος ἀγριωμένος Call.Fr.197.13, πρόσωπον ἠγριωμένον rostro que expresa ira X.Cyr.1.4.24.
3 fig. mec. agravarse, exacerbarse Hp.Aër.4 τὰ ἕλκεα Gal.10.978.
II act.
1 indignar, irritar, provocar la ira contra c. dat. ἣ τῇ τεκούσῃ σ' ἠγρίωσε E.Or.616.
2 hacer salvaje ἀγριοῖ τοῦτο τὴν ψυχήν T.Sym.4.8.

Greek Monotonic

ἀγριόω: αόρ. αʹ ἠγρίωσα (ἄγριος
I. καθιστώ κάποιον άγριο ή θηριώδη· τινί, εξαγριώνω εναντίον κάποιου, σε Ευρ.
II. 1. Παθ., παρατ. ἠγριούμην, αόρ. αʹ ἠγριώθην, παρακ. ἠγρίωμαι· φυτρώνω, μεγαλώνω άγριος, και στον παρακ.· είμαι άγριος, σε Ευρ.
2. με ηθική σημασία, είμαι άγριος, ωμός, βάναυσος, σκληρός, σε Σοφ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ἀγριόω:
1) делать диким, приводить в ярость: ἀ. τινά τινι Eur. восстанавливать кого-л. против кого-л.;
2) (преимущ. med.-pass.) приходить в ярость, раздражаться (πρός τινα Plut.): σὺ ἠγρίωσαι Soph. ты раздражен; τὸ πρόσωπον ἠγριωμένον Xen. рассерженное лицо; καίπερ ἠδικημένη, οὐκ ἠγριούμην Eur. хотя я и была обижена, но не озлобилась; πέλαγος ἠγριωμένον Plut., Luc. разбушевавшееся море; γλῶττα ἠγρίωται Arph. речь возбуждена.

Middle Liddell

ἄγριος
I. to make wild or savage; τινί against one, Eur.
II. Pass., imperf. ἠγριούμην, aor1 ἠγριώθην: perf. ἠγρίωμαι; to grow wild or savage, and in perf. to be so, Eur.
2. in moral sense, to be savage, fierce, Soph., etc.