Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἀγύρτης

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: ἀγῠρτης Medium diacritics: ἀγύρτης Low diacritics: αγύρτης Capitals: ΑΓΥΡΤΗΣ
Transliteration A: agýrtēs Transliteration B: agyrtēs Transliteration C: agyrtis Beta Code: a)gu/rths

English (LSJ)

ου, ὁ, (ἀγείρω) prop. A collector, esp. begging priest of Cybele, Μητρὸς ἀ. AP6.218 (Al.); Γάλλοις ἀ. Babr.141.1:— then, 2 vagabond, E.Rh.503,715, cf. Lysipp.6, Clearch.5; δόλιος ἀ., of Tiresias, S.OT388; ἀ. καὶ μάντεις Pl.R.364b. II a throw of the dice, Eub.57.5. (On the accent cf. Hdn.Gr.1.77.)

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 25] ὁ (E. G. οἱ τὰ χρήματα ἀγείροντες έαυτοῖς ὀνόματι δαίμονος, οἷον Ῥέας, nach diesem u. Schol. Il. 5, 158 ἀγυρτής zu accentuiren), der herumzieht und Geld einsammelt, Priester der Cybele; μητρὸς ἀγ. Alc. Mess. 8 (VI, 216); vgl. μητραγύρτης; Bettler, Eur. Rhes. 503. 715; dann Gaukler, Betrüger, Soph. O. R. 388; Plat. Rep. II, 364 b verb. ἀγ. καὶ μάντεις, wie Plut. Mar. 42, und beschreibt ihr Treiben. Bei Luc. Dial. D. 13, 1 neben ῥιζοτόμος, ein Marktschreier.

Greek (Liddell-Scott)

ἀγύρτης: -ου, ὁ, (ἀγείρω), κυρίως, ὁ συλλέγων, μάλιστα ἱερεὺς τῆς Κυβέλης ἐπαιτῶν, Μητρὸς ἀγ. (πρβλ. μητραγύρτης), Ἀνθ. Π. 6. 218· Γάλλοις ἀγ., Βαβρ. 2: - ὅθεν 2) ἐπειδὴ ὁ χαρακτὴρ τῶν ἀνθρώπων τούτων ἦτο κακός, ἄρα = ἐπαίτης, πλάνης, ἀπατεών, ἀγύρτης (ὡς καὶ νῦν ἔτι), Εὐρ. Ρῆσ. 503, 715, πρβλ. Λύσσιπ. ἐν «Βάκχαις» 6, ἔνθα κωμῳδεῖ Λάμπωνα τον μάντιν· διὰ τῆς λέξεως ταύτης λοιδορεῖ καὶ ὁ Οἰδίπους τὸν Τειρεσίαν, τοιόνδε μηχανορράφον, δόλιον ἀγύρτην, Σοφ. Ο.Τ. 388· συνήθως δὲ σχετίζεται πρὸς τὸ μάντις, Πλάτ. Πολ. 364Β. ΙΙ. βόλος τις τῶν κύβων, Εὔβουλος ἐν «Κυβευταῖς» 2. -Περὶ τοῦ τονισμοῦ ὅρα Ἐτυμ. Μ. 436. 3.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
1 qui quête, mendiant;
2 devin ambulant, charlatan, diseur de bonne aventure.
Étymologie: ἀγείρω.

Spanish (DGE)

-ου, ὁ
• Prosodia: [ᾰ-]
I adivino o sacerdote mendicante μάγοι τε καὶ καθάρται καὶ ἀγύρται Hp.Morb.Sacr.1.4, ἀγύρται ... καὶ μάντεις Pl.R.364b, cf. Lysipp.6, Hsch.
esp. de sacerdotes de Cibele Μητρὸς ἀ. AP 6.218 (Alc.Mess.), Γάλλοι Babr.141.1
en sent. despect. δόλιος ἀ. de Tiresias, S.OT 388, ἀ. πτωχικὴν ἔχων στολήν E.Rh.503, cf. 715, de Dioniso, Philostr.Im.1.19.2, de los guerreros medos, Clearch.49
como tít. de una comedia de Filemón Stob.3.2.24.
II como adj.
1 charlatán ἄνθρωπος ἀ. καὶ προπετής Plb.12.8.5, ὄχλος Pall.V.Chrys.19.31.
2 de cosas falso, fraudulento ἀ. λόγος Epiph.Const.Haer.44.6.3.
III tirada en el juego de dados, Eub.57.5.
• Etimología: Cf. ἀγείρω.

Greek Monotonic

ἀγύρτης: -ου, ὁ (ἀγείρω),
1. αυτός που συγκεντρώνει, που συλλέγει, ιδίως ο επαίτης ιερέας της Κυβέλης, σε Ανθ.
2. επαίτης, ζητιάνος, αγύρτης, σαλτιμπάγκος, απατεώνας, περιπλανώμενος, σε Σοφ., Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

ἀγύρτης: ου ὁ
1) просящий подаяния, нищий Babr.: Μητρὸς ἀ. Anth. = μητραγύρτης;
2) обманщик, шарлатан Soph., Eur., Plat., Plut., Luc.

Middle Liddell

ἀγείρω
1. a collector: esp. a begging priest of Cybele, Anth.: then,
2. a beggar, mountebank, vagabond, juggler, Soph., Eur.

English (Woodhouse)

ἀγύρτης = beggar, charlatan, cheat, juggler, quack, rogue, a strolling imposter, roving impostor

⇢ Look up "ἀγύρτης" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)